Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Οι πράξεις των Βουλγάρων εναντίον του Ελληνισμού

Του Δημήτριου Ξ. Μαυρίδη

Η εγκατάσταση και οι πράξεις των Βουλγάρων
   Μοναδική και ανεπανάληπτη στα χρονικά των εθνών και των κρατών είναι η σφετεριστική ψύχωση που κατείχε ανέκαθεν τους γείτονές μας Βουλγάρους και που στόχος της στάθηκε, δυστυχώς, πάντοτε ο Ελληνισμός.
   Οι Βούλγαροι ήταν αρχικά μια ορδή από 20.000 περίπου άτομα, μογγολικής φυλής και τουρκοκρατικής γλώσσας, συγγενείς των Ούννων και των Τούρκων, με κοιτίδα τη Σιβηρία, που είχαν εγκατασταθεί στις εκβολές του Δούναβη στα 660 μ.Χ. και κατέλαβαν μια στενή λωρίδα της γης στη νότια όχθη του ποταμού, υποτάσσοντας τα σλαβικά φύλα που ήταν εγκατεστημένα εκεί, και στα 679 μ. Χ. ίδρυσαν το πρώτο Βουλγαρικό κράτος. Δεν άργησαν όμως να αφομοιωθούν γλωσσικά από τους υποτελείς τους Σλάβους και έτσι ο εθνικός τους χαρακτήρας έσβησε άδοξα, αφήνοντας πίσω μόνο το όνομα Βούλγαροι και 12 περίπου λέξεις βουλγαρικές στη σλαβική γλώσσα της περιοχής εκείνης.
   Με ορμητήριο το πρώτο αυτό βουλγαρικό κρατίδιο, δεν άργησαν να αρχίσουν τις ληστρικές επιδρομές κατά των νοτίως της οροσειράς του Αίμου ελληνικών χωρών. Κάθε φορά που το Βυζάντιο ήταν απασχολημένο με μακρυνούς πολέμους στα ανατολικά, νότια και δυτικά του σύνορα, έβρισκαν κατάλληλη ευκαιρία οι Βούλγαροι να ενεργήσουν επιδρομές, να λεηλατήσουν, να απαγάγουν ελληνικούς πληθυσμούς στα ενδότερα της χώρας τους, να τους απομονώσουν ανάμεσα σε σλαβόφωνους, για να τους προσαρτήσουν ταχύτερα απ' ότι εκσλαβίστηκαν κι οι ίδιοι και να προσαρτήσουν τη μία μετά την άλλη περιοχές της Β. Θράκης και της Β. Μακεδονίας στο κράτος τους. Το κακό βάσταξε αιώνες τώρα, ώσπου έφτασε το μαχαίρι στο κόκκαλο και το Βυζάντιο βρήκε στο πρόσωπο του Βασιλείου Β' τον άξιο τιμωρό της βουλγαρικής θρασύτητας, που διέλυσε το βουλγαρικό κράτος και ξανάφερε τα σύνορα του Βυζαντίου στον Δούναβη.
   Η υποταγή όμως των Βουλγάρων στο Βυζάντιο και αργότερα στους Τούρκους δεν τους εμπόδισε από το να αυξάνωνται και να εισδύουν ως αγροτικοί και ποιμενικοί πληθυσμοί σε νοτιώτερες, καθαρά ελληνικές περιοχές της Θράκης και της Μακεδονίας. Στα χρόνια μάλιστα της Τουρκοκρατίας, που η τουρκική εξουσία δεν γνώριζε και δεν έθετε όρια ανάμεσα στους ελληνόφωνους και στους σλαβόφωνους ραγιάδες, οι Βούλγαροι κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν τις τολμηρότερες και μονιμότερες διεισδύσεις τους σε περιοχές καθαρά ελληνικές και να ιδρύσουν σ' αυτές χωριά σλαβόφωνα, σαν να επρόκειτο για προαιώνιες εστίες της εθνότητάς τους.  
   Όταν στα τέλη του 19ου αιώνα η ρωσική πολιτική στη Βαλκανική έκρινε συμφέρον της να αποσπάσει του Βουλγάρους από την τουρκική εξουσία και να ιδρύσει τη νέα βουλγαρική ηγεμονία. Οι Βούλγαροι κατόρθωσαν με θηριώδεις διωγμούς του Ελληνισμού να τον εξαφανίσουν από την, για αιώνες, ελληνική γη και να ιδιοποιηθούν την ελληνικότατη Ανατολική Ρωμυλία.

Η βουλγαρική απεγνωσμένη προσπάθεια για την παραποίηση της Ιστορίας
   Και όταν, τέλος, με τις μεθόδους τους αυτές πέτυχαν να δώσουν στο βουλγαρικό κράτος την έκταση που έχει σήμερα, οι Βούλγαροι επιστήμονες έστρεψαν όλη τη δραστηριοτητά του στην παραποίηση της Ιστορίας, για να σβήσουν ολότελα τα ιστορικά δίκαια του Ελληνισμού στις χώρες, τις οποίες σφετερίστηκαν αυτοί οι απολίτιστοι απόγονοι του Κρούμου. Η άμεση γεωγραφική γειτονιά και επαφή τους με τους Έλληνες προκαλούσε πάντα τη σύγκριση της ελληνικής δόξας με τη δική τους αδοξία, του ανέσπερου φωτός με το βουλγαρικό σκοτάδι, που το έκανε παρανάλωμα ενός βασανιστικού αισθήματος κατωτερότητας ιστορικής και πνευματικής. Για να εξουδετερώσουν το αίσθημα αυτό, έπρεπε να μειώσουν όσο μπορούν τον Ελληνισμό και να εξογκώσουν κάθε τι το βουλγαρικό. Στην προσπάθειά τους αυτή αναδείχθηκαν ανυπέρβλητοι. Ούτε η ιστορική αλήθεια, ούτε η λογική, ούτε η ηθική, ούτε καν η αίσθηση του γελοίου στάθηκαν εμπόδιο στο σκοπό τους.
   Τα χρηματικά και άλλα δώρα που βρέθηκαν αναγκασμένοι σε κάποιες δύσκολες περιστάσεις να τους δώσουν οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες, για να στομώσουν την λεηλατική τους μανία, τα μεταφράζουν στην Ιστορία, τα διδάσκουν στα σχολεία, ως φόρο υποτέλειας του Βυζαντίου στη Βουλγαρία και μεταθέτουν τα σύνορα της εκεί όπου συνόρευε το Βυζάντιο με την Περσία. Τη μεσαιωνική τους φιλολογία, που αποτελούνταν αποκλειστικά από μεταφράσεις βυζαντινών έργων, την ανακυρήσσουν ως δεύτερη στον κόσμο μετά τη βυζαντινή. Τα, δε, έργα της βυζαντινής τέχνης που βρίσκονται στα κατεχόμενα, από αυτόυς, εδάφη της Βόρειας Θράκης τα εκδίδουν ως έργα του βουλγαρικού ''πολιτισμού''. Την ανυπολόγιστη συμβολή του Βυζαντίου στον εκχριστιανισμό, τον εκπολιτισμό και την εξημέρωσή τους την περιορίζουν στο ελάχιστο. Την τεράστια επίδραση της ελληνικής γλώσσας στη δική τους δεν θέλουν να την ξέρουν, την ασήμαντη, όμως, επίδραση της δικής τους γλώσσας στην Ελληνική την ερευνούν με εξονυχιστικό ζήλο και την μεγαλοποιούν.
   Και αφού εξάντλησαν τη μέθοδο του να θεωρούν κάθε σλαβόφωνο της Μακεδονίας και της Θράκης ως γνήσιο Βούλγαρο και κάθε Έλληνα των χωρών αυτών ως εξελληνισμένο Βούλγαρο, που την πλήρωσε ο Ελληνισμός με πολύ αίμα και πολύτιμα εδάφη, επινόησαν νέο θανάσιμο όπλο: Τους Θρακοϊλλυριούς. Στη πρώιμη αρχαιότητα, όπως είναι γνωστό στην περιοχή της σημερινής Βουλγαρίας, Σερβίας, των Σκοπίων και Αλβανίας κατοικούσε ένα αρχαίο ινδοευρωπαϊκό έθνος, οι Θράκες και οι Ιλλυριοί, που τα νότια τμήματά τους εξελληνίστηκαν από τους αρχαίους Μακεδόνες και από τις ελληνικές αποικίες της Προποντίδας και του Ευξείνου Πόντου. Οι Βούλγαροι παραβλέποντας τον εξελληνισμό αυτόν, θεωρούν τον εαυτό τους ως το έθνος που κατέκτησε και αφομοίωσε τους Θρακοϊλλυριούς, δηλ. ως φορέα του θρακοϊλλυρικού αίματος, πράγμα που τους επιτρέπει να προβάλλουν τον εαυτό τους ως συγγενή και κληρονόμο του αρχαίου εκείνου έθνους.
   Έτσι πρώτα απ' όλα προσπάθησαν να αποδείξουν τους αρχαίους Μακεδόνες ως Θρακοϊλλυριούς και τους βασιλιάδες της Μακεδονίας, τους Φιλίππους και τους Αλέξανδρους ως πρότυπα δικής τους Ιστορίας. Φυσικά δεν το πέτυχαν, γιατί η διεθνής επιστήμη επιβεβαίωσε τον ελληνικό χαρακτήρα των αρχαίων Μακεδόνων. Ύστερα προσπάθησαν να παρουσιάσουν ως Θρακοϊλλυριούς τους Προέλληνες, δηλ. τη φυλή που κατοικούσε στην Ελλάδα προ του 2000 π.Χ. και μετά κατέβηκαν σε αυτήν οι Έλληνες. Τέλος, ως χαριστική βολή, παρουσίασαν τη θεωρία ότι όχι μόνο οι Προέλληνες ήταν Θρακοϊλλυριοί, αλλά και οι δύο πρώτες ελληνικές φυλές, οι Ίωνες και οι Αχαιοί. Έλληνες ήταν μόνο οι Δωριείς, που κατέβηκαν στην Ελλάδα περί τον 12ο αιώνα π. Χ. , έλεγαν. Και εδώ όμως δεν πέτυχαν, γιατί δεν μπόρεσαν να πείσουν κανένα για το θρακοϊλλυρικό χαρακτήρα των Προελλήνων και γιατί οι επιγραφές των προδωρικών κατοίκων της χώρας μας παρουσιάζουν γλώσσα αναμφισβήτητα ελληνική.

Οι Βούλγαροι και ο ζήλος τους για την Αγία Σοφία
   Παντώς ήσυχους δε μας άφηναν ποτέ, αφότου έγιναν γείτονές μας. Ούτε πρόκειται να μας αφήσουν. Γι' αυτό δεν είναι καθόλου παράξενο ότι η σφετεριστική τους βουλιμία στράφηκε προς το ιερότερο κειμήλιο της ιστορίας μας: Το ναό της Αγίας Σοφίας στην Κωνσταντινούπολη. Εδώ η βουλγαρική επιθυμία δεν προβάλλεται πια από την πολιτική ούτε από την επιστήμη, αλλά από την λαογραφία. Σε ένα δημοτικό βουλγαρικό τραγούδι ο Τούρκος σουλτάνος Μουράτ προτείνει σε μια όμορφη Βουλγάρα να τουρκέψει και να γίνει γυναίκα του, υποσχωντάς της πολλά. Εκείνη, όμως, αφού συμβουλέυτηκε πρώτα τους δικούς της, δέχεται να τουρκέψει και ζητά από τον Σουλτάνο μαζί με όλα τα άλλα ανταλλάγματα και την Αγία Σοφία.
(Βασική παγκόσμια εγκυκλοπαίδεια -των νέων-, Εκδόσεις Χάρη Πάτση 1981-1982, Τόμος 22ος, σλ. 116-118)

Η αρχή του κακού

   Οι Βούλγαροι ύστερα από 5 αιώνες δουλείας τους, είχαν χάσει την εθνική τους συνείδηση σε σημείο τέτοιο, όπου προσπαθούσαν να μάθουν ελληνικά και να φαίνονται Ρωμιοί. Ωστόσο, την ξαναβρήκαν γρήγορα με την βοήθεια της Ρωσίας, η οποία τους φούσκωσε τα μυαλά και προέτρεπε τους Βουλγάρους να ακολουθήσουν μια επεκτατική πολιτική εις βάρος του Ελληνισμού. Από το 1850 και μετά χτίστηκαν αμέτρητα πανσλαβιστικά σχολεία στην περιοχή της Βουλγαρίας, για να μπορέσει η Ρωσία να οπλίσει τους νέους, ακόμα και τους Έλληνες της περιοχής, με την σλαβική συνείδηση και το απέραντο μίσος κατά των Ελλήνων. Συνεχίζει, όμως, η Ρωσία πιέζοντας την οθωμανική κυβέρνηση να δημιουργήσει την βουλγαρική Εξαρχία, γεγονός που πραγματοποιείται στις 27/2/1870. Στη συνέχεια, το Πατριαρχείο μη δεχόμενο αυτές τις πράξεις καταλήγει να αφορήσει την Εξαρχία στις 10/4/1871.
   Τον Ιούλιο του 1876 έγιναν κάποιες σφαγές εις βάρος των Πομάκων της περιοχής του Μπατάκ. Χρησιμοποιώντας αυτό το γεγονός ως αφορμή η Ρωσία κυρήττει τον πόλεμο στην Οθ. Αυτοκρατορία. Κατεβάζει, λοιπόν, στρατό από τον Δούναβη και προχωρεί προς την Κωνσταντινούπολη, όπου υπό την απειλή των όπλων αναγκάζει την Οθωμανική κυβέρνηση να υπογράψει την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου στις 19/2/1878. Η συνθήκη αυτή ήταν μια τεράστια αδικία για τον ελληνισμό, γιατί σύμφωνα με την οποία θα δημιουργούνταν ένα ''βουλγαρικό'' κράτος με σχεδόν 4.000.000 Έλληνες από τον συνολικό του πληθυσμό, που ανέρχονταν σε 4,5 εκατομμύρια. Για τον λογό αυτό οργανώνονται, κατευθείαν σε όλη την Μακεδονία και στην Θράκη, επαναστάσεις κατά της Συνθήκης. Ακολουθούν οι Έλληνες της Στρωμνίτσης, των Σερρών, του Κρουσόβου, του Μοναστηρίου, της Γευγελής και άλλων ελληνικοτάτων περιοχών, οι οποίοι μαζεύουν χιλιάδες υπογραφές κατά της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου.
   Παρόμοια ήταν η στάση και των Μεγάλων Δυνάμεων. Γνώριζαν, ότι η ύπαρξη ενός τόσο μεγάλου ρωσικού προτεκτοράτου στην συγκεκριμένη θέση θα καταστούσε την Ρωσία ως κυρίαρχη δύναμη στο Αιγαίο και στη Μεσόγειο. Έτσι, αντιδρούν και απαιτούν την αναθεώρηση της Συνθήκης στις 13/7/1878. Αντί, λοιπόν, για τη δημιουργία μιας τεράστιας βουλγαρικής ηγεμονίας, έχουμε την δημιουργία ενός βουλγαρικού κράτους μεταξύ Αίμου και Δούναβη, την δημιουργία ανεξάρτητης ηγεμονίας της Ανατ. Ρωμυλίας, την παραχώρηση της Θεσσαλίας και της Άρτας στην Ελλάδα και την ενσωμάτωση της Νίσσας στην Σερβίας. Συγκρεκριμένα, στο Συνέδριο του Βερολίνου είχαν καθιερωθεί τα εξής για την Ανατολική Ρωμυλία:
  1. Ο διοικητής της Ανατ. Ρωμυλίας θα 'ναι Χριστιανός. Θα εκλέγεται από την Πύλη, αφού όμως αρχικά εγκριθεί απ' τις Μ. Δυνάμεις.
  2. Με ειδικές διατάξεις προστατεύονται τα προνόμια του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των ελληνικών θρησκευτικών κοινοτήτων και στη Βουλγαρία και στην Ανατ. Ρωμυλία.
  3. Ο κάθε πολίτης, ανεξάρτητα από φυλή και θρησκεία, έχει τα ίδια δικαιώματα.
  4. Η κατοικία και περιουσία του κάθε πολίτη είναι απαραβίαστη
  5. Η εκπαίδευση είναι ελεύθερη, όπως ελεύθερος ο καθένας να έχει τη θρησκεία του.
  6. Η Ελληνική γλώσσα ορίζεται μιά από τις τρεις επίσημες γλώσσες της χώρας (ελληνική, τουρκική, βουλγαρική) 
(Αξέχαστες Πατρίδες, Τεύχος Α', Εκδόσεις Ζωής του Παιδιού, σλ. 72-73)

Ο εκβουλγαρισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας

   Ούτε οι Ρώσσοι, ούτε οι Βούλγαροι δεν ικανοποιήθηκαν από το Συνέδριο του Βερολίνου. Αρχίζουν λοιπόν τον άμεσο εκβουλγαρισμό της Αν. Ρωμυλίας, μέσω προσάρτησής της στο βουλγαρικό κράτος. Παρακάτω, τα στοιχεία που μας δίνονται από το βιβλίο το Ιωάννη Μαγκριώτη Θράκη: Η Έπαλξη του Ελληνικού Βορρά, μας δείχνουν κάθε λεπτομέρεια του δόλου των Σλαβομογγόλων και των Ρώσων:

     ''Οι Ρώσοι που κατείχαν στρατιωτικά την Ανατολική Ρωμυλία παρέβησαν την Συνθήκη του Βερολίνου και με την δύναμη των όπλων επέβαλαν σε όλες τις θέσεις κλειδιά της διοίκησης (Υπουργούς, Νομάρχες, έπαρχους) Βούλγαρους. Έτσι έγινε συστηματική διάβρωση από την Βουλγαρία. Τέλος στις 18-9-1885 οι Βούλγαροι κατέλαβαν ολόκληρη την Αν. Ρωμυλία με την οποίαν είχαν εκτεταμένα σύνορα με στρατιωτικό πραξικόπημα, το οποίο δεν είχε αναγνωρισθεί με καμία συνθήκη. Απο τότε, όπου οι Βούλγαροι αποτελούσαν λιγώτερο από το ένα τρίτο του πληθυσμού, άρχισε η προσπάθεια εκβουλγαρισμού της Βορείου Θράκης και ο εκτοπισμός των Ελλήνων.
   Η Ελλάς μικρή, μακρυά, χωρίς δύναμη, μαραμένη από μικροκομματικές διενέξεις έμεινε απλός θεατής στις διώξεις των Ελλήνων, όπως και πολλές άλλες φορές έμεινε σε ανάλογες περιστάσεις, πρόσφατα αδιαφορώντας στα δεινοπαθήματα των Ελλήνων στην Πόλη και Ίμβρο και μη επωφελούμενη να διώξει τους τουρκογενείς, που εξελίσονται σε γάγγραινα στην Θράκη. Η Σερβία κύρηξε τον πόλεμο στην Βουλγαρία, γιατί ανατρεπότανε η ισορροπία στα Βαλκάνια, αλλά έχασε.
   Με κάθε τρόπο οι Βουλγαρικές αρχές προσπαθούσαν να εξαναγκάσουν τον πληθυσμό να απαρνηθεί την Ελληνικότητά του. Στις 19 Απριλίου 1886, επτά μήνες μετά το πραξικόπημα, οι Νομάρχες απήυθυναν έγγραφα προς τους Μητροπολίτες και τους Δημάρχους με τα οποία εγνώριζαν ότι στο εξής δεν θα γίνονται δεκτά έγγραφα γραμμένα στην ελληνική. Ταυτόχρονα άρχισε ο διωγμός της ελληνικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Και η Ελλάς σιωπούσε. Είχε κομματικές διενέξεις.
''

(Γιάννη Μαγκριώτη, Θράκη: Η Έπαλξη του Ελληνικού Βορρά, Β' έκδοση, Εκδόσεις Ρήσος 1995, σλ. 190)  

Έκτοτε, οι Βούλγαροι έπεσαν πάνω στους Έλληνες σαν λυσασμένοι και συγκεκριμένα όταν έχασαν στον Μακεδονικό Αγώνα, πράγμα το οποίο θα αναλυθεί παρακάτω.



Η άνανδρη δράση τους στη Πελαγονία στις αρχές του 20ου αιώνα
   Οι Βούλγαροι, μερικά χρόνια απ' το σχίμα της Εξαρχίας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ξεκίνησαν έντονες προσπάθειες εκβουλγαρισμού των περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης. Όσον αφορά την Βόρεια Μακεδονία, ή αλλιώς Πελαγονία, οι Βούλγαροι αρχικά υπόσχονται στους Έλληνες και στους υπόλοιπους κατοίκους εκείνων των περιοχών, ότι θα τους απελευθερώσουν, διαδίδοντας το ''Η Μακεδονία στους Μακεδόνες''. Επιπλέον, με τα χρήματα που τους έστελναν οι Ρώσοι έχτιζαν σχολεία, παρείχαν δωρεάν φοίτηση, ρούχα κ.ά. με σκοπό να γενιτσαρέψουν τους νέους Έλληνες, μετατρέποντάς τους σε Βουλγαρόφρονες μισέλληνες. Παράλληλα, τρομοκρατούσαν και φόνευαν μέσω συμμοριών τους αγροτικούς πληθυσμούς, εάν δεν έκαναν αυτά που ζητούσαν οι Βούλγαροι. Οι Έλληνες εκείνοι ήταν σε τρομερά μειονεκτική θέση ,μη μπορώντας να ζητήσουν βοήθεια από τους Τούρκους, γιατί οι Τούρκοι συνεργάζονταν συχνά με τους κομιτατζήδες και τους Ρουμάνους εναντίον των Ελλήνων, ή άλλοτε όταν έρχονταν στα χωριά, πολλές φορές ατίμαζαν και σκότωναν τις γυναίκες. Έπειτα, αφού έβλεπαν ότι οι Έλληνες γνώριζαν τους σκοπούς τους και δεν δελεάζονταν ,οργάνωναν τρομοκρατικές ενέργειες εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με αποκορύφωμα το 1902. Μία παρόμοια πράξη ήταν και μια τοπική εξέγερση στην Πελαγονία, η οποία ονομάστηκε ''επανάσταση του Ίλιντεν''.
Προπαγανδιστικός εθνολογικός χάρτης του Γερμανού H. Kiepert
   Οι Έλληνες ήξεραν τι τους περίμενε, εάν βασίζονταν στους Βούλγαρους κομιτατζήδες και τους υποστήριζαν. Έτσι σχεδόν όλοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν δελεάζονται και κρατάνε την ελληνικότητά τους σφιχτά. Οι Βούλγαροι, βλέποντας ότι η προπαγάνδα τους δεν πιάνει τόπο, μπαίνουν στα ελληνικά χωριά της Πελαγονίας τη νύχτα και αναγκάζουν τους χωρικούς να συγκεντρωθούν στις εκκλησίες, για να δηλώσουν γραπτώς υπό την απειλή του όπλου, ότι αποκόπτονται από το Πατριαρχείο και γίνονται εξαρχικοί. Πολλοί εξ αυτών, προτίμησαν να αυτοκτονήσουν ομαδικώς ή ακόμα υπέμειναν τις βουλγαρικές θηριωδίες, αντί να προτιμήσουν να ενταχθούν στην βουλγαρική Εξαρχία. Υπό την απειλή του όπλου, λοιπόν, πολλές ελληνικότατες περιοχές δηλώνονταν ως βουλγαρικές, όπως ακριβώς η Μακεδονία και η Θράκη φαίνονται κατοικοιμένες από Βούλγαρους, σύμφωνα με τον παραπάνω ψευδοϊστορικό χάρτη.
(Αξέχαστες Πατρίδες, Ά τεύχος, Εκδόσεις Ζωής του Παιδιού, Αθήναι 1980, σλ. 127-129)
Μόνο στις κυκλωμένες περιοχές υπάρχουν τα βουλγαρικά σχολεία, ενώ όλη η υπόλοιπη Μακεδονία είναι γεμάτη με ελληνικά.

   Ωστόσο, άλλα πράγματα φαίνονται για την Μακεδονία στον Χάρτη του Γεωγραφικού Ινστιτούτου Ρώμης. Σύμφωνα με τον προαναφερόμενο χάρτη, τα σχολεία εκτός των κυκλωμένων περιοχών, δηλαδή τα ελληνικά, είναι αυτά που πλυμμηρίζουν όλη τη Μακεδονία (Την φωτογραφία την συναντούμε στο βιβλίο ιστορίας της Στ' Δημοτικού, Στα Νεότερα Χρόνια, σλ. 193, του Διονυσίου Ακτύπη, Αριστείδη Βελαλίδη, Μαρίας Καΐλα, Θεόδωρου Κατσουλάκου, Γιάννη Παπαγρηγορίου και Κώστα Χωρεάνθη, του οργανισμού εκδόσεων διδακτικών βιβλίων, Αθήνα 2011- πλέον αποσύρθηκε, αλλά μπορείτε να το βρείτε σε ψηφιακή μορφη στο http://www.scribd.com/). 
   Θα αναρωτηθεί κάποιος: Κι αν αυτό είναι η προπαγάνδα; Κι αν όντως οι Βούλγαροι κατοικούσαν σε εκείνες τις περιοχές; Δεν υπάρχει ούτε τίποτα που να μαρτυρεί ότι οι Βούλγαροι ήταν οι κύριοι κάτοικοι της Μακεδονίας, για τον απλούστατο λόγο ότι οι Βούλγαροι ως επί το πλείστον έρχονταν κυρίως το καλοκαίρι, για να δουλέψουν ως εποχιακοί εργάτες στα αρχοντικά των Ελλήνων και Τούρκων αγάδων. Άλλοτε, κατοικούσαν διάσπαρτα ανάμεσα στους ελληνικούς πληθυσμούς, κάνοντας πάλι χειρωνακτικές εργασίες.
(Κυριάκου Παπακυριάκου, Ο Μακεδονικός Αγώνας στο Νομό Σερρών, Σέρρες 2012, σλ. 25-26)

Τα προπύργια του Ελληνισμού
   Αντίθετα, στο Μελένικο, στο Μοναστήρι, στην Γευγελή και άλλα μέρη, οι κάτοικοι, τα αρχοντικά τους και ο πολιτισμός τους, μαρτυρούν το γεγονός ότι αυτά τα μέρη φέρουν τον Ελληνισμό. Συγκεκριμένα για τη πόλη του Μελένικου διαβάζουμε:

Κατά την εποχήν εκείνην πριν το 1895 η ζωή στο Μελένικο ήταν σχετικά ήρεμη. Οι σχέσεις των Ελλήνων μετά των ελαχίστων Τούρκων ήσαν άρισται.
Τα εργοστάσια επεξεργασίας Μετάξης (διασώζεται η οικοδομή Γ.Παπάζογλου), το ελληνικόν τυπογραφείον του Κ. Καλαβάκη και οι ξακουστές λαξευτές εντός των βράχων οιναποθήκες «φυσικά ψυγεία» (τρυπητές) 25χ30χ6 με στενήν είσοδον βάθους 8-15 μέτρων μήκους αποτύπωναν γλαφυρά την ακμή της πόλης. Εντός των τρυπητών τούτων συναρμολογούντο τα τεράστια βαγένια. Τις παράξενες αυτές στοές ή κατακόμβες απεθαύμασε Γάλλος περιηγητής, αλλ΄ εξέφρασε την απορίαν του διερωτηθείς... πως εισήχθηκαν εις αυτάς τα τεράστια βαγένια δια τόσων στενών εισόδων!    
— Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις από το Μελένικο.

(http://el.wikipedia.org/wiki/Μελένικο)

Το Μελένικον υπήρξε παλαιά πόλις, του οποίου οι κάτοικοι έκαυχώντο κατά τους βυζαντινούς χρόνους, ότι ήσαν καθαροί το γένος Ρωμαίοι.
(Άμαντος Κωνσταντίνος Ι., Μικρά Τεκμήρια, Άρθρα και λόγοι, Αθήναι 1940 , σλ. 154-155)

Η ''επανάσταση'' του Ίλιντεν και η ''Δημοκρατία του Κρουσόβου'' 
   Σύμφωνα με το κείμενο του Κωνσταντίνου Χολέβα με τίτλο Ιούλιος 1903: Η θυσία του βλαχόφωνου Ελληνισμού, εμπνευστές αυτής της ψευτοεπανάστασης ήταν ο Μπόρις Σαράφωφ και ο Ντάμιαν Γκρούεφ, οι οποίοι συνέκλησαν συνέδριο της Ε.Μ.Ε.Ο. (Εσωτερικής Μακεδονικής Επαναστατικής Οργάνωσης) και αποφάσισαν να δημιουργήσουν μια επαναστατική εξέγερση στην περιοχή της Πελαγονίας κατά των Οθωμανικών δυνάμεων με συμμετοχή του αγροτικού πληθυσμού. Το σχέδιό τους όμως ήταν πολύ πονηρό και ήταν σχεδιασμένο έτσι, ωστέ να μην πάθουν τίποτα οι Βούλγαροι, σε περίπτωση που δεν πετύχαινε η επανάσταση. Εάν πετύχαινε η επανάσταση, οι Βούλγαροι θα εμφανίζονταν ως απελευθερωτές. Εάν, όμως, δεν πετύγχαινε, οι Βούλγαροι θα φεύγαν άρον άρον και οι Τούρκοι θα ξεσπούσαν πάνω στους Έλληνες της περιοχής. 
   Το 1903 οι Βούλγαροι, λοιπόν, οργάνωσαν μια μικρή τοπική εξέγερση στη περιοχή του Μοναστηρίου και λόγω του ότι έγινε στις 20 Ιουλίου, από την γιορτή του Προφήτη Ηλία ονομάστηκε, ''επανάσταση του Ίλιντεν''. Οι εντολές προς τους Βουλγάρους κομιτατζήδες από το συνέδριο της Ε.Μ.Ε.Ο. ήταν σαφείς: Να μην συγκρουστούν με τα πολυάριθμα τουρκικά στρατεύματα (γιατί δεν είχαν την δύναμη να τα νικήσουν) και να παρουσιάσουν αυτήν την επανάσταση ως αντιοθωμανική και ΟΧΙ φιλοβουλγαρική, για να μπορέσουν να πάρουν με το μέρος τους τους Έλληνες βλαχόφωνους εκείνων των περιοχών, όπως και έγινε. Η εξέγερση αυτή υποστηρίχθηκε από τους Βλάχους της περιοχής, από ελληνόφωνους και σλαβόφωνους Έλληνες.
   Μια πολύ σημαντική ανάλυση της κατάστασης, που επικρατούσε κατά την διάρκεια της εξεγέρσεως, βρίσκουμε στην καταγραφή του Γενικού Επιτελείου Στρατού, η οποία εξεδόθηκε το 1979 με τίτλο ''Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα'':
 
   "... Ἀπεκόπησαν εἰς μεγάλην ἔκτασιν τά τηλεγραφικά καλώδια, τά ἑνώνοντα τό Μοναστήριον μέ τήν Θεσσαλονίκην, τόν Περλεπέν καί τήν Ἀχρίδα καί ἐξετελέσθησαν πολλαί δολιοφθοραί εἰς γεφύρας καί σιδηροδρομικάς γραμμάς. Οἱ πράκτορες τῆς Ε.Μ.Ε.Ο. ἤρχισαν ἀμέσως νά ἐπισκέπτωνται τά χωρία, νά συγκεντρώνουν τούς κατοίκους εἰς τάς ἐκκλησίας καί νά κηρύσσουν τήν ἐπανάστασιν. Κατά τούς ἐκφωνουμένους λόγους ἔλεγον πρός τούς χωρικούς ὅτι αἱ μεταρρυθμίσεις εἶχον ἀποτύχει καί ὅτι μόνον ἡ ἐπανάστασις θά τούς ἐξησφάλιζεν τήν ποθητήν ἐλευθερίαν, θά τούς ἀπήλασσεν ἀπό τούς φόρους καί τήν δεκάτην, θά διένειμεν εἰς αὐτούς τούς ἀγρούς τῶν μεγάλων τσιφλικίων. Τούς προέτρεπον νά λάβουν τά ὅπλα καί νά ἐνισχύσουν τήν ἐπανάστασιν ἐξερχόμενοι εἰς τά ὄρη. Ὑπέσχοντο ἐπίσης ὅτι θά ἐβοηθοῦντο ὑπό τῆς Βουλγαρίας καί τῆς Ρωσίας, ὡς καί ὑπό τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ...."
(Τα ίδια αναφέρονται και στη σελίδα 129 του βιβλίου Αξέχαστες Πατρίδες, Ά τεύχος, Εκδόσεις Ζωής του Παιδιού, Αθήναι 1980)

Οι Βούλγαροι κομιτατζήδες ξεκινούν να επιτίθονται
σε αποδυναμωμένα τουρκικά στρατιωτικά τμήματα στην Δυτική Μακεδονία και στην Πελαγονία. Τέτοιες επιθέσεις έκαναν οι Βούλγαροι στην Βίσενη, στο Ζέλοβο, στην Ρούλια, στη Μπίγλιστα, στο Κρούσοβο, στην Κλεισούρα και στη Νεβέσκα. Τις τρεις τελευταίες κωμοπόλεις οι κομιτατζήδες κατείχαν για αρκετές μέρες και συγκεκριμένα το Κρούσοβο για δέκα. Εκεί από το βράδυ της 19ης Ιούλιου κιόλας, 6-7 βουλγαρικές συμμορίες μπαίνουν στο Κρούσοβο. Διαδίδουν ότι η Μακεδονία επαναστάτησε κι ότι αυτοί έρχονται ως απελευθερωτές από τον τούρκικο ζυγό. Έπειτα, αφού έχουν σκοτώσει τους 18 Τούρκους στρατιώτες, οι οποίοι ήταν φύλακες των κυβερνητικών κτιρίων του Κρουσόβου, οι Βούλγαροι με την συμμετοχή Ελλήνων οργανώνουν την ''Δημοκρατία του Κρουσόβου''. Ωστόσο, φάνηκε αμέσως ότι ο ρόλος των Ελλήνων στην κυβέρνηση του Κρουσόβου ήταν διακοσμητικός. Οι Βούλγαροι επέβαλαν βαρύτατους φόρους ΜΟΝΟ στους Έλληνες, ύψωσαν την βουλγαρική σημαία και απαγόρευσαν την ελληνική γλώσσα. Στην υπόλοιπη Πελαγονία, η ψευτοεπανάσταση του Ίλιντεν είχε ήδη σβήσει.
(Αξέχαστες Πατρίδες, Ά τεύχος, Εκδόσεις Ζωής του Παιδιού, Αθήναι 1980, σλ. 131-133)
   Η κατάληψη του Κρουσόβου κράτησε μόλις 10 μέρες. Όταν οι κομιτατζήδες πληροφορήθηκαν ότι οι Τούρκοι πλησιάζουν, εγκατέλειψαν την πόλη του Κρουσόβου στην τύχη της, αλλά δεν παρέλειψαν να φροντίσουν για την βουλγαρική συνοικία. Δωροδοκώντας τους Τούρκους, οι Βούλγαροι πετυχαίνουν την ασφάλεια των ομογενών τους. Έτσι, οι Τούρκοι πέφτουν με λύσσα πάνω στους Έλληνες του Κρουσόβου. Μόλις ο Μπαχτιάρ πασάς επικεφαλής τακτικών και ατάκτων Τούρκων στρατιωτών εισήλθε στο Κρούσοβο, άρχισε την σφαγή και τις καταστροφές. 336 οικίες και 203 καταστήματα της Ελληνικής συνοικίας είχαν γίνει ερείπια. 41 Έλληνες σφάχθηκαν από τους Τούρκους και οι υπόλοιποι Έλληνες εκδιώχθηκαν. Ωστόσο, μέχρι και σήμερα υπάρχουν αρκετοί Έλληνες στο Κρούσοβο, που αναζητούν επαφή με την Ελλάδα.
   Σπεύδει τότε η ρωσική και η βουλγαρική προπαγάνδα, οι οποίες παρουσιάζουν το Κρούσοβο ως ''το Μεσολόγγι του σλαβισμού''. Ακολουθεί ο ευρωπαϊκός τύπος, που με τη σειρά του εξυμνεί τα ηρωικά ''βουλγαρικά κατορθώματα'', κατηγορώντας την ελληνική αντίδραση. 
 
Τα αντίποινα στους εναπομείναντες Έλληνες της Ανατολικής Ρωμυλίας
Το 1905, όταν πλέον οι Έλληνες νικούσαν στον Μακεδονικό Αγώνα, οι Βούλγαροι αποθρασήνθηκαν τελείως, προχωρόντας σε λεηλασίες ναών και σχολείων, σε κλοπές, σε δημεύσεις περιουσιών και σε αμέτρητες δολοφονίες των Ελλήνων της Βόρειας Θράκης. Ενδεικτικά βλέπουμε μερικά από τα εγκληματά τους παρακάτω:

   ''Ο Βουλγαρικός όχλος κατέστρεψε και λεηλάτησε την Μητρόπολη της Φιλιππουπόλεως και άλλους 113 ναούς.
   Η περίφημη Μαράσλειος Σχολή μαζί με την ονομαστή της βιβλιοθήκη κάηκαν. Πολύιτμα και σπάνια βιβλία σχίστηκαν και καταστράφηκαν. Κατέστρεψαν ακόμα άλλα 66 ελληνικά σχολεία.
   Οι ελληνικές πόλεις της Στενημάχου, Βάρνας, Μεσήμβριας, Σωζοπόλεως, Πύργου, Αγαθοπόλεως, Καβακλή και Ορτάκιοι, όπου οι Έλληνες, σύμφωνα με την Βουλγαρική απογραφή του 1885, είχαν την πλειοψηφία, πάθανε συμφορά.
   Άλλες 88 κοινότητες διελύθησαν και η περιουσία τους περιήλθε στο βουλγαρικό δημόσιο. Το συνολικό ύψος της περιουσίας που καρπώθηκαν οι Βούλγαροι από τους Έλληνες το 1906 είναι ανυπολόγιστο. Δεν δώθηκε έστω συμβολική αποζημίωσις.
   Η ελληνικότης της Ανατολικής Ρωμυλίας δεν ήταν κάτι που ισχυρίζονταν μόνο οι Έλληνες μονόπλευρα. Για την ελληνικότητά της στο πρόσφατο και απώτερο παρελθόν μιλούν όχι μόνον οι ελληνικές πηγές, αλλά και οι ξένοι περιηγητές που πέρασαν από την περιοχή και ήταν αυτόπτεις μάρτυρες.
   Έτσι οι Broquière το 1443, ο Gerlach το 1578, ο Werher το 1646, ο Lusignan το 1776 ενώ αναφέρουν τόσα για τους Έλληνες, δεν κάνουν μνεία για τους Βούλγαρους, σα να μην υπάρχουν.
   Όμως με το πραξικόπημα του 1885, τις διώξεις του 1905-1907 και την επίσημη απαγόρευση της ομιλίας και της διδασκαλίας της ελληνικής έχει χάσει την ελληνικότητά της και έχει εκβουλγαρισθεί, ενώ οι αρκετοί Έλληνες που παρέμειναν εκεί, φοβούνται να εκδηλωθούν. Παρα τα 100 χρόνια διωγμών και απαγορεύσεων, σε πολλές περιοχές μιλούν ακόμα ελλήνικά.
'' 
(Απόσπασμα: Γιάννη Μαγκριώτη, Θράκη: Η Έπαλξη του Ελληνικού Βορρά, Β' έκδοση, Εκδόσεις Ρήσος 1995, Σελ. 194-195) 


Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και οι Θηριωδίες

   Οι Σλάβοι στους Βαλκανικούς πολέμους είχαν το πάνω χέρι και ήθελαν να μοιραστούν τα εδάφη της Οθ. Αυτοκρατορίας μεταξύ τους. Την Ελλάδα δεν την υπολόγιζαν καν, λόγω της καταστροφής που υπέστη στον ατυχή πόλεμο του 1897. Ωστόσο ο Βενιζέλος τους έπεισε να δεχθούν την Ελλάδα στην συμμαχία χάρις στον ελληνικό στόλο, ο οποίος θα μπορούσε να εμποδίσει, όπως και έγινε, την μεταφορά τουρκικών στρατευμάτων από την Ασία στην Μακεδονία.
   Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, τα βουλγαρικά στρατεύματα, όντας πολυπληθέστερα από το άφθονο χρήμα που έστελναν ακόμη οι Πανσλαβιστές στην Βουλγαρία, κατέλαβαν εύκολα την όλη την Θράκη όπως και την ανατολική Μακεδονία. Η Ελλάδα είχε καταλάβει την Δυτική και κεντρική Μακεδονία, όλα τα νησιά του Αιγαίου εκτός της Ίμβρου και Τενέδου και μόλις που πρόλαβε να απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη. Η Σερβία κατέλαβε όλη την Βόρεια και κεντρική Αλβανία και όλη την βορεια Μακεδονία, μαζί με πολλές περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς, οι οποίοι στην συνέχεια προσηλυτίστηκαν, βιαίως ή με την πάροδο του χρόνου εκουσίως, στο σερβικό κράτος.
Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων, οι Βούλγαροι ήθελαν να καταλάβουν το Μοναστήρι, τα Σκόπια και την Θεσσαλονίκη. Για τον λόγο αυτόν και λόγω της απέραντης πονηριάς τους, άρχισαν να επιτίθενται στους πρώην συμμάχους τους. Έτσι, μπαίνει η Ρουμανία και η Οθ. Αυτοκρατορία στο παιχνίδι. Η Βουλγαρία έχοντας κατακτήσει σχεδόν όλα τα ανατολικά βαλκάνικα τραβιέται πίσω στα σύνορά της. Τότε οι Έλληνες κατακτούν όλη την ανατολική μακεδονία και την Θράκη και προχωρούν ατρόμητοι και αήττητοι μέχρι τη Τζουμαγιά. Οι, δε, Βούλγαροι τρέπονται άρον άρον σε φυγή. Χαρακτηριστικό είναι ένα μικρό ποίημα γραμμένο για τον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο του 1913:

''Τρέμουν οι λύκοι, όταν δουν στα δάση λεοντάρια

κ' οι δολοφόνοι φεύγουνε σαν δούνε παλικάρια
κ' οι ΠΡΩΣΣΟΙ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ παδαίνουν από τρέλα 
όταν ιδούν από μακράν την άσπρη φουστανέλα.''

   Ωστόσο, ο Ελληνικός Στρατός, λόγω εφοδιαστικών προβλημάτων αλλά και λόγω εξάντλησης από την επίμονη επέλαση, αναγκάστηκε να ανακόψει την πορεία του. Σε αυτό το σημείο και οι δύο πλευρές θεώρησαν ότι περαιτέρω παράταση των συγκρούσεων δεν οδηγούσε πουθενά και συμφώνησαν σε ανακωχή. Από την άλλη μεριά, οι Ρουμάνοι φτάνουν 30 χιλιόμετρα έξω από την Σόφια, χωρίς να έχουν συναντήσει καμία αντίσταση, και αναγκάζουν τους Βουλγάρους να δεχθούν τους όρους των.     

   Και εκεί που χαιρόμαστε, μεν, γιατί απελευθερώσαμε ένα κομμάτι της Μακεδονίας, αλλά λυπόμαστε, γιατί χάσαμε την ευκαιρία να απελευθερώσουμε την υπόλοιπη, έρχεται άλλο ένα μεγάλο χαστούκι για τον ελληνισμό. Οι Βούλγαροι, όταν κατέλαβαν την ανατολική Θράκη, προχώρησαν σε καταστροφές και σφαγές των Τούρκων. Αυτές τις σφαγές έρχεται να εκδικηθεί ο τουρκικός στρατός μετά την αποχώρηση των Βουλγάρων από εκείνα τα εδάφη. Δεν υπήρχε κάν μειονότητα Βουλγάρων στην Ανατολική Θράκη και όσοι υπήρχαν, αποχώρησαν μαζί με τον βουλγαρικό στρατό. Πάλι αυτοί που την πληρώνουν είναι οι Έλληνες. Οι Τούρκοι πέφτουν με μανία πάνω στους Έλληνες εκείνων των περιοχών. Ακούγεται παντού η διαταγή: Γιάγμα, γιάκιν, κέσιν = λεηλατείστε, κάψτε, βιάστε. Πολλές γυναίκες αυτοκτόνησαν, για να σωθούν. Τα θύματα των Τούρκων υπολογίζονται σε 15.690 Έλληνες. Επιπλέον, 120.000 Έλληνες αναγκάστηκαν να εκπατριστούν και να βρουν καταφύγιο στην Ελλάδα. 
   Παρομοίως πράξανε και οι Βούλγαροι στην Μακεδονία και στην Θράκη, κατα την διάρκεια του 2ου Βαλκανικού πολέμου. Αρχικά, χτυπούσαν μόνο τους Μουσουλμάνους και τους Τούρκους, διότι αυτός ήταν ο αρχικός τους εχθρός, αλλά στον 2ο Βαλκανικό άρχισαν να χτυπούν ανελέητα τους Έλληνες, που αποτελούσα την πλειοψηφία σε εκείνα τα μέρη. Τα θύματα ανέρχονται σε 220.000 μέχρι 250.000 μέσα σε 8 μήνες. Σε αυτή την πρώτη βουλγαρική οκτάμηνη κατοχή επιβλήθηκαν τα εξής:
  • Τα σχολεία κλείστηκαν, τα κτίριά τους ερειπώθηκαν και τα σχολικά όργανα λεηλατήθηκαν και καταστράφηκαν.
  • Πολλές εκκλησίες κατελήφθησαν και δόθηκαν στον σχιματικό κλήρο. Πολλά εκκλησιαστικά βιβλία κάηκαν. 
  • Οι κάτοικοι καταπιέζονταν να δηλώσουν ότι είναι Βούλγαροι. 
  • Απομάκρυναν τις ελληνικές δημοτικές αρχές από την Ξάνθη, Αλεξανδρούπολή, Σουφλί, Μαρώνεια, Μάκρη, Ορτάκιοϊ κια έβαλαν στην θέση τους για Δημάρχους Βούλγαρους αποίκους (Στην Αλεξανδρούπολη τον Λαφτσίεφ, στην Κομοτινή τον Αναστάσωφ, στην Μάκρη τον Τσαπάνωφ κ.ο.κ.)
  • Επέμεναν να προσθέσουν οι Έλληνες στα επώνυμά τους την κατάληψη ωφ, για να τα εκβουλγαρίσουν.
  • Επεβλήθηκε η ανάρτηση βουλγαρικών επιγραφών στα καταστήματα.
  • Απειλούνταν και φυλακίζονταν οι Έλληνες χωρίς λόγο. Οι αιτίες ήταν ότι δεν εγκατέλειπαν την ορθοδοξία και τον Ελληνισμό.
Η μοίρα της Θράκης μέχρι την απελευθέρωσή της (Δυτική και Ανατολική 1920)
   Με την συνθήκη του Βουκουρεστίου, η Δυτική Θράκη δίνεται ξανά στην Βουλγαρία και αρχίζουν ξανά οι ίδιες καταπατήσεις από τους Βουλγάρους όπως πριν την απελευθέρωσή της. Συγκεκριμένα, προέκυψαν 100.000 πρόσφυγες από τις πράξεις των Βουλγάρων. Συνλαμβάνονταν οι άνδρες και οδηγούνταν στην αστυνομία, όπου υποχρεούνταν να δηλώσουν ότι εκπατρίζονταν οικειοθελώς και ότι δεν έχουν καμιά απαίτηση από τα εγκαταλειπόμενα κτήματά τους. Έπειτα, οδηγούνταν στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, όπου βρίσκανε τις οικογένειές τους και ομαδικώς προσφυγοποιούνταν. Σφαγές, αγγαρείες, δυσβάσταχτοι φόροι, τρομοκρατία, στρατιωτικός νόμος και εκβουλγαρισμός ήταν τα μόνα πράγματα που μας διηγούνται οι εναπομείναντες, από την δεύτερη Βουλγαρική κατοχή, Έλληνες. 
   Μετά την συνθήκη του Βουκουρεστίου, οι Νεότουρκοι καταλαβαίνουν ότι δεν έχουν τον έλεγχο στην Ανατολική Θράκη και ότι όλο το εμπόριο και ο πολιτισμός περνάνε από τους Έλληνες. Γι' αυτό οργανώνουν ομαδικές διώξεις κατά των Ελλήνων, μέσω τρομοκρατίας, μέσω νόμου και χωροφυλάκων, μέσω εξαναγκασμού τους να φύγουν κ.λ.π. Πολλά χωριά εκενώθηκαν σχετικά σύντομα όπως τα χωριά Γιοβαλί, Τσακιλί, Αγ. Γεωργίου, Μουσελίκ, Τσόγγαρα κ. ά. και οι κάτοικοι των επαρχιών των Σαράντα Εκκλησιών και της Βιζυής. Από την άνοιξη του 1914 εκδηλώθηκε απροκάλυπτα πια η ωμή τουρκική βία. Νεκροταφεία βεβηλώνονταν, πολίτες βασανίζονταν και άλλοι δολοφονούνταν. Οι, δε, Τούρκοι τους λέγαν: ''Μέσα σε 24 ώρες δεν θα μείνει κανείς σας εδώ. Με ποιό τρόπο προτιμάτε να φύγετε; Με ξύλο ή με σκότωμα;''  
   Το τεράστιο κενό, που άφηναν πίσω τους οι Έλληνες, το γέμιζαν οι Τούρκοι με Μουσουλμάνους μετανάστες από τη Βοσνία. Όσοι έμειναν, πιέζονταν μέρα με τη μέρα παραπάνω από τους Τούρκους. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι οι Έλληνες έπρεπε να καλλιεργούν τα χωράφια και οι Βόσνιοι να απολαμβάνουν τους καρπούς αυτών. Ένα ακόμα χτύπημα στους Θρακιώτες ήταν τα τάγματα εργασίας, όπου παρουσιάσθηκαν όλοι οι χριστιανοί ηλικίας 19 μέχρι 30 ετών. 
   Ωστόσο, όλες αυτές οι στεναχώριες έπαψαν μέχρι τις 29 Μαϊου του 1920 στην Δυτική Θράκη και στις 12 Ιουλίου 1920 στην Ανατολική. Η Ανατολική Θράκη, όμως, χάρηκε για 2 χρόνια μόνο και 2 μήνες την ελευθερία της. Έπειτα ισοπεδώθηκε μια και καλή από τους Τούρκους.

Οι Βούλγαροι στον 2ο Παγκόσμιο
   Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η περιοχή από τον Στρυμόνα έως τον Εβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την προσχώρησή της στον Άξονα.
   Στα τέλη του Απριλίου 1941 ο βουλγαρικός στρατός πέρασε τη συνοριακή γέφυρα της Κούλας και την ίδια μέρα έφτασε στο Σιδηρόκαστρο. Εκεί οι Βούλγαροι στρατιώτες ξεκίνησαν τις πρώτες καταστροφές αρχίζοντας από το τηλεγραφείο όπου έκοψαν τηλεφωνικά και τηλεγραφικά σύρματα, λεηλάτησαν γραφεία και χρηματοκιβώτια, και κατέστρεψαν όλα τα αρχεία. Αυτοί προπαγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν οριστικά. Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλγαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πληθυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελληνισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι δικαιολογούσε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799 χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απογράφηκαν 649.419 κάτοικοι. Και συγκεκριμένα κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρκοι, 514.426 Έλληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.). Οι Βούλγαροι σκηνοθέτησαν μια επανάσταση κατά της βουλγαρικής κατοχής στις 28/9/1941 στον Νομό Δράμας, με συνέπεια να αυξηθεί η τρομοκρατία σε όλη τη κατεχόμενη ζώνη και να γίνουν πολλές βιαιότητες, βασανιστήρια και σφαγές, τις οποίες ακολούθησαν λεηλασίες. Υπολογίζεται ότι στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη απο τις 28/9/41 μέχρι τις 20/10/41 εκτελέσθηκαν παραπάνω από 15.000 Έλληνες.   
   Οι απόγονοι του Κρούμου ακολούθησαν πολιτική εξόντωσης και απελάσεων του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής, με στόχο τον εκβουλγαρισμό της περιοχής και την οριστική προσάρτηση της από την Βουλγαρία.
Στον τομέα της Παιδείας:
1. Υποχρέωσαν το κλείσιμο και του τελευταίου ελληνικού σχολείου και τον εκτοπισμό των δασκάλων και καθηγητών. Όμως συνέχισαν με την καταστροφή των ελληνικών βιβλίων και επέβαλλαν από τη Σόφια τη μεταφορά μαθητών γυμνασίου και καθηγητών για την παρουσίαση της παιδείας εκ παραδόσεως βουλγαρική. Το Νοέμβριο του 1941 ιδρύθηκαν και τα αναγνωστήρια «Ντίμτσο Ντεμπελιάνοφ».
2. Δάσκαλοι, καθηγητές και ιερείς πέρασαν στο περιθώριο ενώ η θεία λειτουργία και τα υπόλοιπα θεία μυστήρια ιερουργούνταν στη βουλγαρική γλώσσα από Βούλγαρους ιερείς.
3. Οι βουλγαρικές αρχές εισήγαγαν τη βουλγαρική γλώσσα στα δικαστήρια, στις εκκλησίες, στα σχολεία και γενικά σε κάθε μορφή της δημόσιας ζωής αλλά και της ιδιωτικής.
Στον τομέα της Υγείας:  
Από τις πρώτες μέρες της βουλγαρικής κατοχής με διαταγή των βουλγαρικών αρχών, απαγορεύεται στους Έλληνες γιατρούς να ασκούν το λειτούργημά τους επειδή, σύμφωνα με απόφαση του Ιατρικού Συλλόγου Σόφιας, δεν πληρούσαν τα προσόντα που προέβλεπε η περί ιατρών βουλγαρική νομοθεσία. Αρχικά μετά από την επέμβαση του Βουλγάρου δημάρχου Ποπώφ, επιτράπηκε στους Έλληνες γιατρούς να ασκήσουν το επάγγελμά τους. Αργότερα όμως μετά από έντονη διαμαρτυρία των Βουλγάρων γιατρών που είχαν κατακλύσει την πόλη απαγορεύτηκε τελικά στους Έλληνες γιατρούς η άσκηση του επαγγέλματός τους.
 
Στον τομέα του εκβουλγαρισμού των κατοίκων:
1. Απαγορεύτηκε η άσκηση κάθε ελεύθερου επαγγέλματος στους Έλληνες εάν προηγουμένως δεν απαρνούνταν την ελληνική καταγωγή και υπηκοότητα και δεν αποδέχονταν τη βουλγαρική ταυτότητα. Όσοι την αποδέχονταν εξομοιώνονταν με Βούλγαρους πολίτες και ευνοούνταν από τις βουλγαρικές αρχές.
2. Οι βουλγαρικές αρχές μετέβαλαν την όψη της πόλης από ελληνική σε βουλγαρική. Υπηρεσίες, οδοί, πινακίδες πληροφοριακές, πινακίδες καταστημάτων, ακόμη και οι επιγραφές των τάφων μετατράπηκαν από την ελληνική στη βουλγαρική γλώσσα.
Και γενικά:
- Οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού στοιχείου με την επιβαλλόμενη ανεργία, τη βαριά φορο­λογία, τον αναγκαστικό δανεισμό από το βουλγαρικό Δημόσιο, τις αρπαγές κ.ά. - Τρομοκράτηση, βιαιοπραγίες, απαγορεύσεις, εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, κυρίως με τους περιορισμούς στη διατροφή, το νερό, τον φωτι­σμό.
- Δημογραφική αραίωση του τόπου, καθώς με τις διάφορες πιέσεις προωθούνταν η εκούσια ή ακούσια μετανάστευση των Ελλή­νων κατοίκων του.
- Αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης με τον εποικισμό με Βούλγαρους εθελοντές εποίκους.
- Προπαγάνδα του βουλγαρικού ενδιαφέροντος με την οργάνωση συνεδρίων, διασκέψεων κ.ά., την κατασκευή τεχνικών έργων κ.ά. διαφημιζό­μενων με απροκάλυπτες τυμπανοκρουσίες από τον βουλγαρικό Τύπο.
- Εμφάνιση μορφωτικού – καλλιτεχνικού – «εκ­πολιτιστικού» έργου με εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές προς επίδειξη του βουλγαρικού χαρακτήρα της «Νέας Βουλ­γαρίας» (κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσ­σας, ηθών και εθίμων).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου