Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Τα σχέδια και οι πράξεις των Τούρκων για τους Έλληνες και τον Ελληνικό Πολιτισμό

(Σε αυτό το κομμάτι του βιβλίου θα σας δείξω τις πράξεις των Τούρκων από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Ωστόσο, λόγω του ότι στις αρχές του 19ου αιώνα ήμασταν υπό τον Οθωμανικό ζυγό, θα αναφερθώ σε όλες τις πιέσεις που υπομέναμε κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας μέχρι το τέλος της.)


Κεφάλαιο 6ο
Τα βάσανα των Ελλήνων πριν την Επανάσταση του 1821
   Οι Οθωμανοί ήταν φανατικοί Μουσουλμάνοι. Η συμπεριφορά τους προς τον υπόδουλο ελληνικό λαό και προς τους άλλους χριστιανικούς λαούς της Βαλκανικής Χερσονήσου ήταν βάρβαρη και σκληρή. Θα παρατηρήσετε ότι δεν τους ονομάζω Οθωμανούς Τούρκους ή Τούρκους, αλλά μόνο Οθωμανούς. Τους ονομάζω λοιπόν Οθωμανούς, γιατί οι πληθυσμοί που υποδούλωσαν αρχικά οι Τούρκοι με αρχηγό τους τον Οσμάν ή Οθμάν, δεν ήταν άλλοι από ελληνικότατους πληθυσμούς της Προύσσας και των τριγύρω περιοχών. Στην συνέχεια επεκτάθηκαν στα υπόλοιπα ελληνικά και εξελληνισμένα φύλα της Μικράς Ασίας, τα οποία τα χρησιμοποιούσαν ως στρατιώτες κ.λπ. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, ότι ο ίδιος ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β' ο Πορθητής ήταν περίφανος για την ελληνική του καταγωγή (ωστόσο, μπορεί να πρόκειται και για μύθο). 
   Οι Τούρκοι όμως, που κατάφεραν να υποτάξουν τους διαιρεμένους και πλέον αδύναμους Βυζαντινούς, ήταν Μογγολογενείς και δεν αποτελούσαν ούτε το 0,1 % από το συνολικό ποσοστό που υπόταξαν. Συνεπώς, όταν μιλούμε για Μογγολογενείς (Τούρκους), καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχουν καθόλου απόγονοί τους σήμερα αλλά ούτε 200 χρόνια πριν, διότι εάν υπήρχαν θα ξεχώριζαν σαν μύγα μέσα στο γάλα εξ' αιτίας των έντονων ασιατικών χαρακτηριστικών τους. Γι αυτό, λοιπόν, οι Οθωμανοί φέροντες το όνομα Τούρκοι, ήταν στην πραγματικότητα ο λαός του Βυζαντίου με το ελληνικό στοιχείο να επικρατεί, ο οποίος είχε απλά εξισλαμιστεί. Σαφώς και υπήρχαν κάποια ασιατικά φύλα στις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου όπως Αρμένιοι, Σύριοι, Αιγύπτιοι κ.λπ. αλλά αυτά δεν άλλαζαν την ελληνική εικόνα της Αυτοκρατορίας. 
   Οι εξισλαμισμένοι Βυζαντινοί, λοιπόν, ή αλλιώς Οθωμανοί, μόλις κατέκτησαν την ήδη διαλυμένη από τους Σταυροφόρους Κωνσταντινούπολη, ξεχύθηκαν στη Νότια Ελλάδα και στα διάφορα νησιά, για να καταλύσουν το Ελληνικό Δεσποτάτο του Μωρηά και να διώξουν τους Ενετούς από τα Ελληνικά παράλια και τα νησιά. Μέσα σε 8 χρόνια ο Σουλτάνος Μωάμεθ Β' ο Πορθητής κατόρθωσε να καταλύσει την Ελληνική Αυτοκρατορία του Πόντου (1401) και το Δεσποτάτο του Μοριά (1462). Στο μεταξύ κατάφερε να διώξει τους Ενετούς από πολλά νησιά και να υποτάξει την Αλβανία ύστερα από τον θάνατο του Σκεντέρμπεη. Έτσι δεν είχε πια απομείνει καμία ελληνική γωνιά, που να μην είχε σκλαβωθεί εκτός από τα λιμάνια και τα νησιά, που τα κρατούσαν ακόμη οι Ενετοί. Ο ελληνικός λαός βρισκόταν κάρω από την πιο μαύρη σκλαβιά που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. 
   Με την πτώση της Πόλης οι Έλληνες τα έχασαν όλα: ελευθερία, περιουσία, σεβασμό της ζωής και της τιμής τους, ελεύθερη λατρεία της θρησκείας τους και κάθε άλλο ανθρώπινο δικαίωμα. Τα καλύτερα κτήματα, αστικά και αγροτικά, κινητά και ακίνητα πέρασαν στα χέρια των Οθωμανών και ο Ελληνικός λαός έμεινε με άδεια χέρια. Όλα έγιναν ιδιοκτησία των κατακτητών, που άρπαζαν ό,τι τους άρεσε. Για τους σκλαβωμένους Ρωμηούς δεν έμενε άλλη δουλειά παρά να καλλιεργούν σαν κολλήγοι τα κτήματα των Οθωμανών μπέηδων και αγάδων και να κάνουν τις πιο βαρειές δουλειές και τα πιο ταπεινά επαγγέλματα.

Α) Βαριά φορολογία - "Χαράτσι"

   Από τα λίγα χρήμματα που κέρδιζαν οι ραγιάδες με τις διάφορες δουλειές τους ήταν αναγκασμένοι να δίνουν ένα μεγάλο μέρος σε φόρους. Από την σοδειά τους έδιναν στους Τούρκους το 1/10, που λεγόταν φόρος της δεκάτης. Από τα άλλα εισοδήματά τους έδιναν πιο πολλά για τους άλλους φόρους, τακτικούς και έκτακτους. Μα ο πιο βαρύς και ο πιο εξευτελιστικός φόρος από όλους ήταν ο κεφαλικός που λεγόταν στα τούρκικα χαράτσι. Αυτός πληρωνόταν κάθε χρόνο από τους ραγιάδες, για να έχουν δικαίωμα να κρατήσουν το κεφάλι τους επάνω στους ώμους. Αλλιώς ο αφέντης τους έπαιρνε το κεφάλι. Ο φοβερός αυτός ήταν υποχρεωτικός για όλους τους Ρωμηούς που είχαν περάσει τα δώδεκα χρόνια της ηλικίας τους.

Β) Ταπείνωση και εξευτελισμοί 

   Για να κλονίσουν κάθε ανθρώπινη αξιοπρέπεια των ραγιάδων, οι Οθωμανοί κατακτητές μεταχειρίστηκαν κάθε μέσο που θα τους ταπείνωνε και θα τους εξευτέλιζε. Τους απαγόρευσαν να καβαλικεύουν άλογο, να φορούν κόκκινα παπούτσια, ή να ντύνονται με φανταχτερά ρούχα. Τους έδερναν χωρίς λόγο στη μέση της πλατείας και τους αγγάρευαν όποτε ήθελαν για βαριές δουλειές. Έμπαιναν στα σπίτια τους όποτε ήθελαν κι άρπαζαν τις γυναίκες και τις κόρες τους. Κι αν τους άρεσε τους έκοβαν και το κεφάλι χωρίς να δίνουν λόγο σε κανένα για τα έγκληματά τους.
   Ο ραγιάς λογαριαζόταν όσο και ένα ζώο. Δεν είχε δικαίωμα να μεταχειριστεί σαμάρι όταν καβαλλίκευε το γάϊδαρό του. Και όταν τύχαινε να συναντήσει στον δρόμο του έναν Οθωμανό που πήγαινε πεζός, έπρεπε να ξεκαβαλικέψει αμέσως, να προσκυνήσει ως κάτω και να πει: «Πολλά τα έτη σου άρχοντά μου». Ύστερα έπρεπε να ανεβάσει τον Τούρκο στο ζώο του και να τον πάει όπου ήθελε εκείνος.

Γ) Απαγόρευση της Παιδείας

   Οι Οθωμανοί απαγόρεψαν στους ραγιάδες να μαθαίνουν γράμματα, για να συνηθίσουν πιο εύκολα στη σκλαβιά και να ταπεινωθούν καλύτερα. Αγράμματοι κι οι ίδιοι δεν ήθελα να βλέπουν τους σκλάβους τους μορφωμένους. Έκλεισαν, λοιπόν, από την πρώτη στιγμή τα ελληνικά σχολεία και παραμέρισαν κάθε μορφωμένο άνθρωπο που θα μπορούσε να διδάξει στους υπόλοιπους γράμματα. Έτσι σιγά - σιγά ο ελληνικός λαός βυθίστηκε στην αμάθεια και στην δεισιδαιμονία και έχασε κάθε πνευματικότητα. Έγινε πραγματικός «ραγιάς» που τα δέχεται όλα μοιρολατρικά δίχως καμία διαμαρτυρια. Και αυτό διήρκησε 200 χρόνια μέχρι την ημέρα, που μερικοί καλόγεροι ίδρυσαν στα μοναστήρια και στις εκκλησίες τα Κρυφά Σχολειά, που ξύπνησαν σιγά - σιγά τα λαό από τον πνευματικό του λήθαργο.

Δ) Θρησκευτικός Διωγμός 

   Και η ελεύθερη λατρεία της χριστιανικής θρησκείας περιορίστηκε από τους Τούρκους. Οι καλύτερες εκκλησίες έγιναν τζαμιά και οι ραγιάδες δεν είχαν δικαίωμα παρά να κτίζουν ξύλινες και μικρές εκκλησίες. Οι καμπάνες απαγορεύτηκαν και η ακολουθία της θείας λειτουργίας κοβόταν πολλές φορές στη μέση από την επέμβαση των Οθωμανών. Μια φορά μάλιστα, στα 1517, ο Σουλτάνος Σελήμ Α' θέλησε να εκτουρκίσει όλους τους χριστιανικούς λαους που είχε στην αυτοκρατορία του με τη βία. Εμποδίσθηκε όμως για λόγους πολιτικούς. Για όλες αυτές τις αδικίες και τους εξευτελισμούς, οι ραγιάδες δεν είχαν δικαίωμα να κάνουν κανένα παράπονο. Ήταν υποχρεωμένοι να τα δέχονται όλα δίχως διαμαρτυρία. Και στο δικαστήριο δεν περνούσε η μαρτυρία τους, διότι θεωρούνταν άπιστοι και ο Οθωμανός δικαστής (ο Καδής όπως τον έλεγαν) πίστευε μόνο τους Μουσουλμάνους.

Ε) Το παιδομάζωμα 

   Παιδομάζωμα ονομάστηκε η αρπαγή των παιδιών από τις χριστιανικές οικογένειες με προορισμό να εκτουρκιστούν και να γίνουν έπειτα Γενίτσαροι. Σε τακτά χρονικά διαστήματα, με προσταγή του Σουλτάνου, έβγαιναν στις επαρχίες στρατιωτικά αποσπάσματα, τα οποία περικύκλωναν ένα - ένα τα χωριά, για να κάνουν το παιδομάζωμα. Όλοι οι ραγιάδες ήταν υποχρεωμένοι να φέρουν τα παιδιά τους μπροστά στον αγά, που διάλεγε τα πιο εύρωστα και δυνατά παιδιά από επτά ως  δεκατεσσάρων χρονών. Τα διαλεγμένα αυτά παιδιά έπρεπε να βάλλουν τα κεφάλια τους σε ένα στεφάνι, που το χρησιμοποιούσαν ως μέτρο. Όταν το κεφάλι δεν χωρούσε στο στεφάνι, τότε έπαιρναν το παιδί. Τα άλλα τα άφηναν λίγο χρονικό διάστημα να μεγαλώσουν, ώσπου να μην χωράει το κεφάλι τους σε αυτό το στεφάνι.
   Τις μέρες που γίνοταν το φοβερό παιδομάζωμα, επικρατούσε θρήνος και οδυρμός στις ελληνικές επαρχίες. Οι μητέρες των απαχθέντων έκλαιγαν σπαρακτικά, γιατί έχαναν τα παιδιά τους και οι πατέρες δάγκωναν τα χείλη τους και έσφιγγαν τη γροθιά τους, για να πνίξουν τον πόνο τους. Ανελέητοι οι Οθωμανοί, αδιάφοροι για το σπαραγμό των ραγιάδων έβαζαν στη γραμμή τα παιδιά, που αποφάσισαν να πάρουν, και συνέχιζαν το έργο τους παραπέρα. Στο τέλος συγκέντρωναν όλα τα αρπαγμένα ελληνόπουλα στην Πόλη. Εκεί τους άλλαζαν την πίστη και την γλώσσα και τους μάθαιναν να μισούν και να κατατρέχουν τους Χριστιανούς και πιο πολύ τους Έλληνες. Τα έκαναν, εν συντομία, φανατικούς Μουσουλμάνους. 
Στη συνέχεια, χώριζαν αυτά τα παιδιά σε 2 ομάδες. Η μία εξ αυτών περιλάμβανε τα πιο όμορφα, δυνατά και έξυπνα παιδιά μορφώνονταν και εκπαιδεύονταν σε ένα από τα τρία παλάτια του σουλτάνου. Ετοιμάζονταν για τα σώματα των ιππέων και για τα ανώτατα αξιώματα. Στην ώριμη ηλικία αποκτούσαν την ελευθερία τους, αφού από την στιγμή που εισήλθαν στο παλάτι, δεν είχαν επαφή με τον έξω κόσμο. Η άλλη ομάδα των παιδιών δίνονταν για κάποιο χρονικό διάστημα έναντι αμοιβής σε γεωργούς, μεγαλοκτηματίες και τσιφλικάδες, όπου μάθαιναν την τουρκική γλώσσα και εξοικειώνονταν με την ισλαμική νοοτροπία. Έπειτα, τα παιδιά γυρνούσαν στο παλάτι, όπου χρησιμοποιούνταν σε διάφορες εργασίες, όπως οικοδομικά κ.λπ. Τέλος, στην ηλικία των 20 με 25 ετών εντάσσονταν σε ένα από τα τμήματα των γενιτσάρων. Έτσι τα αρπαγμένα παιδιά γίνονταν με τον καιρό οι πιο φανατικοί διώκτες των Χριστιανών και φέρανε το όνομα «Yeni çeri», που σημαίνει «νέος στρατός».
   Το φοβερό αυτό σύστημα στρατολογίας ανηλίκων εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στα 1327 επί Ορχάν και διήρκεσεγύρω στα 400 χρόνια, ματώνοντας την καρδιά των ραγιάδων. Το τελευταίο παιδομάζωμα δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς έγινε, ωστόσο ο Βακαλόπουλος αναφέρει μια εξέγερση του ελληνικού πληθυσμού στη Νάουσα το 1705 εναντίον του παιδομαζώματος. Εξίσου άγνωστος είναι ο αριθμός των εξισλαμισθέντων αυτών αγοριών. Οι εκτιμήσεις κυμαίνονται από 500.000 μέχρι και 1.000.000. Έυκολα κατανοούμε την ''καθαρότητα'' των σημερινών ''Τούρκων'' και την ελληνικότατη καταγωγή ενός μεγάλου μέρους του πληθυσμού της Τουρκίας. Γενίτσαροι γίνονταν μόνο οι Οθωμανοί και έτσι ο Ελληνισμός γλίτωσε από την πιο φρικτή πληγή, που είχαν ανοίξει οι Μουσουλμάνοι κατακτητές.

ΣΤ) Ο εκπατρισμός των Ελλήνων
   Τα ασήκωτα αυτά δεινοπαθήματα των σκλαβωμένων Ελλήνων πολλοί δεν μπόρεσαν να τα υποφέρουν και προτιμούσαν να φύγουν από την πατρίδα τους με κάθε τρόπο. Αμέσως μετά από την άλωση της Πόλης και κατά τα επόμενα χρόνια πολλοί αναχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη και τις ελληνικές επαρχίες και κατέφυγαν στην Ιταλία και σε άλλες χώρες της Δύσης. 
   Ο Έλληνας κληρικός Βησσαρίων, που βρισκόταν πριν από την Άλωση στην Φλωρεντία, έπαιρνε κάτω από την προστασία του, τους κυνηγημένους Έλληνες και φρόντιζε, όσο μπορούσε, για την περίθαλψη και την αποκατάσταση τους. Μα δεν περιοριζόταν μονάχα σ' αυτό ο μεγάλος εκείνος Έλληνας. Σ' όλη του τη ζωή αγωνίστηκε να ξεσηκώσει την Δύση σε καινούργια σταυροφορία για το διώξιμο των Οθωμανών από την Πόλη και από όλη τηνς Ευρώπη.
    Τις προσπάθειες αυτές της μάθαινε ο Μωάμεθ Β' ο Πορθητής και ολοένα βρισκόταν σε φόβο πως θα κατέβαιναν οι Σταυροφόροι, για να τον πολεμήσουν. Κάποιες φορές μάλιστα σηκώθηκε και έφυγε από την Πόλη με σκοπό να αντισταθεί στην Προύσσα, όταν θα κατέβαιναν οι Σταυροφόροι.
   Μα ούτε σταυροφορία έγινε, ούτε τίποτε άλλο ακούστηκε από την Ευρώπη, γιατί οι διάφοροι βασιλιάδες ήταν απασχολημένοι με άλλες φροντίδες και δεν είχαν καιρό να πολεμήσουν του Οθωμανούς. Από τη φυγή των Ελλήνων ένα μόνο θετικό αποτέλεσμα προέκυψε για τη Δύση: ότι με τα ελληνικά γράμματα ξύπνησε ο μεσαιωνικός κόσμος και κατόρθωσε να προοδεύσει, με την Αναγέννηση που ακολούθησε.

Τα μαρτύρια των αλύτρωτων Ελλήνων λίγο μετά το 1821
   Η επανάσταση δεν άργησε να φτάσει στην Μακεδονία, στην Θράκη και σε πολλές ακόμα πόλεις, που ήταν τα τότε μεγάλα κέντρα των Ελλήνων. Ωστόσο, μαζί με το αίσθημα της επανάστασης στις βόρειες αλύτρωτες περιοχές, οι Έλληνες γεύτηκαν τα απάνθρωπα αντίποινα του οθωμανικού στρατού και σε κάποιες περιπτώσεις τις επιθέσεις των Τουρκόφιλων Εβραίων, Βουλγάρων και Ρουμάνων της Μακεδονίας, που αν και λίγοι, προξένησαν μεγάλο κακό στους κατοίκους των περιοχών της Μακεδονίας και Θράκης.
   Ξεκινούμε από την πρωτεύουσα της Μακεδονίας. Μόλις διαλύθηκε από Έλληνες επαναστάτες η τουρκική φρουρά του Πολύγυρου, η είδηση έφτασε στην Θεσσαλονίκη. Εκεί την ίδια νύχτα, οι Οθωμανοί έσφαξαν τους μισούς από τους ομήρους που κρατούσαν στις φυλακές του διοικητηρίου, για το ενδεχόμενο επανάστασης στην περιοχή. Συνέχισαν όμως, παροτρύνοντας τον Οθωμανικό και Εβραϊκό όχλο της Θεσσαλονίκης να προβεί στην καταστροφή κάθε τι ελληνικού. Συλλαμβάνεται, τότε, από τις αρχές όλη η «αφρόκρεμα» της εποχής εκείνης. Επίσκοποι, εύποροι άνθρωποι και κάποιοι Φιλικοί είτε κρεμάστηκαν, είτε κατακρεουργήθηκαν από τον όχλο. Υπολογίζεται, ότι τουλάχιστον 3.000 Έλληνες σφάχτηκαν από τους φανατισμένους Οθωμανούς και Εβραίους. Άλλοι τόσοι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο από το Εμπού Λουμπούτ έναν Οθωμανό στρατηγό, ο οποίος αφάνισε γύρω στα 80 χωριά και 60 μετόχια στην Χαλκιδική.
Απαγχονισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄
   Λίγο καιρό αργότερα, και συγκεκριμένα την Μεγάλη Εβδομάδα 4-10/4/1821 άρχισαν στην Κωνσταντινούπολη σφαγές Ελλήνων. Όλα ξεκίνησαν από την 1η Απριλίου, όταν οργανώθηκε μια διαδήλωση με κραυγές και απειλές εναντίον των «απίστων», που οδήγησε την ίδια νύχτα στην λεηλασία και το κάψιμο της Ζωοδόχου Πηγής. Σκοπός των Οθωμανών ήταν να ερεθίσουν τους Έλληνες και μετά την σύγκρουση που θα ακολουθούσε, θα τους έσφαζαν ανενόχλητοι. Ωστόσο, οι Έλληνες κλείστηκαν στα σπίτια τους και η σύγκρουση αποφεύχθηκε. Η σφαγή όμως δεν άργησε. Όλη την μεγάλη εβδομάδα υπήρχαν σφαγές έγκριτων Ελλήνων. Αποκορύφωμα όλων αυτών ήταν ο απαγχόνισμός του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε'. Mετά τη λειτουργία του Πάσχα (10 Απριλίου 1821) ο Πατριάρχης Γρηγόριος συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Το απόγευμα της ίδιας μέρας απαγχονίστηκε στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου, όπου παρέμεινε κρεμασμένος για τρεις ημέρες, εξευτελιζόμενος από τον όχλο. Κατόπιν, μια ομάδα τριών Εβραίων αγόρασαν το πτώμα του, το περιέφεραν στους δρόμους και το έριξαν στον Κεράτιο κόλπο. Τα ονόματα των τριών αυτών Εβραίων ήταν Μουτάλ, Μπιταχί και Λεβύ. Τη σκηνή της περιφοράς του σκηνώματος από τους τρεις Εβραίους έχει αποδώσει παραστατικά σε πίνακά του ο γερμανός ζωγράφος Πέτερ φον Ες. Ένας Κεφαλονίτης πλοίαρχος, ονόματι Νικόλαος Σκλάβος, βρήκε το σκήνωμα και το μετέφερε στην Οδησσό, όπου και ετάφη στον ελληνικό ναό της Αγίας Τριάδος. Από εκεί ανακομίστηκε στην Αθήνα, 50 χρόνια μετά, και έκτοτε φυλάσσεται σε μαρμάρινη λάρνακα στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών.

   Οι σφαγές συνεχίζονται στην Θράκη. Όλη η Θράκη φλεγόταν εκείνες τις μέρες. Η Σαμοθράκη, η περιοχή του Διδυμότειχου, η Ανδριανούπολη, η Αίνος, οι Σαράντα Εκκλησιές, η Σωζόπολη, η Μεσήμβρια, η Βάρνα, η Καλλίπολη και άλλες πόλεις πλήρωσαν πολύ ακριβά τα αντίποινα για την συμμετοχή κάποιων στην Φιλική εταιρεία και για την βοήθεια που έδωσαν στην Επανάσταση του 1821.
   Το 1822 έχουμε άλλη μια καταστροφή των κατοίκων της Νάουσας. Ο ανελέητος Εμπού Λουμπούτ πασάς δείχνει το σκληρό του πρόσωπο στους κατοίκους και εκείνης της περιοχής. Τότε 13 κορίτσια, επαναλαμβάνοντας τον χωρό του Ζαλόγγου, πέφτουν με τα μωρά τους στην Αραπίτσα, για να μην τους πιάσουν οι Οθωμανοί.
   Οι σφαγές όμως των προκρίτων, δεν σταματάνε εδώ. Οι Γενίτσαροι συνέλαβαν στην Ανδριανούπολη τον τότε πρώην Οικουμενικό Πατριάρχη Κύριλλο ΣΤ'. Αφού, λοιπόν, τον περιέφεραν στους δρόμους και τον χλεύαζαν, τελικά τον κρέμασαν από τα κάγκελα του παραθύρου της Ιεράς Μητρόπολης. Το σώμα του παρέμεινε κρεμασμένο για 3 μέρες και οι Οθωμανοί δεν επέτρεπαν κανέναν να το πλησιάσει. Έπειτα, το πέταξαν στον Έβρο και μετά από λιγες μέρες το βρήκε ένας Έλληνας ο Χρήστος Αργυρός και την ίδια μέρα με κίνδυνο της ζωής του, το ενταφίασε. Λέγεται ότι μετά από αυτήν του την πράξη, ανταμείφθηκε, αφού έγινε ο πιο πλούσιος άνθρωπος του χωριού του και ισόβιος πρόεδρους του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου