Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Η πραγματική ιστορία της Συνθήκης του Νεϊγύ

   Η συνθήκη του Νεϊγύ είναι μια συνθήκη που έμεινε στην, ελληνική τουλάχιστον, ιστορία λόγω της προβλεπόμενης παραχώρησης της Δυτικής Θράκης από την Βουλγαρία στην Ελλάδα και της εθελούσιας ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ των δύο χωρών. Δηλαδή, το ελληνικό κράτος ενσωμάτωσε την Δυτική Θράκη και ακολούθησε μια ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Βουλγαρία, κατα την οποία, χονδρικά, 50.000 Έλληνες και Βούλγαροι (ή Σλαβόφωνοι ορθότερα) πήραν τον δρόμο της μετανάστευσης προς την ομόγλωσση γι' αυτούς χώρα.
   Δεν ήταν, όμως, τόσο απλά τα πράγματα. Πρωτίστως, οι παραπάνω μετακινήσεις των πληθυσμών δεν πραγματοποιήθηκαν σε μια στιγμή. Χρειάστηκαν κάποια χρόνια μέχρι να εγκατασταθούν οι παραπάνω πληθυσμοί στις περιοχές που υπολόγιζαν. Συν τοις άλλοις, οι αριθμοί φυσικά και δεν είναι ακριβείς, αλλά παρουσιάζουν μια γενική εικόνα.
   Όσον αφορά τους 50.000 Έλληνες της Βουλγαρίας, το μεγαλύτερο μέρος αυτών ζούσε στην Ανατολική Ρωμυλία και συγκεκριμένα στις παραλιακές πόλεις της περιοχής (Βάρνα, Αγχίαλος, Πύργος, Σωζόπολη κ.ά.) και στην Φιλιππούπολη. Συγκεκριμένα, απογραφή του 1884 από τις αρμόδιες αρχές της Αν. Ρωμυλίας έδειξε πως υπήρχαν στην περιοχή 53.028 Έλληνες. Βέβαια, πολλοί από αυτούς προτίμησαν να παραμείνουν στις εστίες τους, όταν οι ομογενείς τους τις εγκατέλειπαν. Πέρα από την Αν. Ρωμυλία, υπήρχαν Έλληνες διάσπαρτοι σε όλο το νότιο κομμάτι της Βουλγαρίας, ο αριθμός των οποίων δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικός. Από αυτό το σημείο γίνεται αντιληπτό ότι ο αριθμός των Ελλήνων που αναφέρεται στην Συνθήκη δεν προερχόταν αποκλειστικά από την Αν. Ρωμυλία.
   Αυτοί ήταν οι πρώτοι Έλληνες πρόσφυγες που έφτασαν μαζικά σε ελληνικό έδαφος στις αρχές του 20ου αιώνα. Αιτία της μετακίνησής τους ήταν τα βουλγαρικά αντίποινα λόγω της κατάστασης που επικρατούσε στην Μακεδονία. Καθώς η ελληνική πλευρά κέρδιζε έδαφος στον μακεδονικό αγώνα, οι Βούλγαροι προχωρούσαν σε αντίποινα με την μορφή ταραχών, εμπορικού αποκλεισμού, δολοφονιών και διάφορων καταστροφών εναντίον των Ελλήνων που ζούσαν στα εδάφη τους. Το αποκορύφωμα όλων αυτών ήταν η κατάστροφή της Αγχίαλου, μιας πόλης με ελληνική πλειοψηφία, το 1906. Από τότε, λοιπόν, μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης το 1919 οι πρόσφυγες από την Βουλγαρία που έφταναν σταδιακά στην Ελλάδα ανέρχονταν σε 20.000. Οι υπόλοιποι 30.000 ακολούθησαν τον δρόμο της μετανάστευσης μετά την υπογραφή της Συνθήκης και οι αναφορές που υπάρχουν φανερώνουν πως ορισμένοι οικισμοί στην Βορεία Ελλάδα (Νέα Μεσήμβρια Θεσσαλονίκης, Φιλιππούπολη Λάρισας κ. ά.) δημιουργήθηκαν από αυτούς τους πρόσφυγες έως και κατά τα έτη 1925-1926.
   Οι Σλαβόφωνοι ανταλλάξιμοι ακολούθησαν μια μεγαλύτερη πορεία μέχρι να φτάσουν τελικά στην Βουλγαρία. Η μετακίνηση αυτών των πληθυσμών έχει ως αφετηρία των Μακεδονικό αγώνα και τέλος το 1932. Υπήρξε μετακίνηση σλαβόφωνων πληθυσμών προς την Βουλγαρία:
  1. Κατα την διάρκεια του Μακεδονικού αγώνα (1904-1908)
  2. Κατά την διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913)
  3. Στον Α' Παγκόσμιο πόλεμο και κατά την Υπογραφή της Συνθήκης (1915-1919)
  4. Μετά την υπογραφή της συνθήκης (1919-1928)  
   Σαφώς, υπήρχε κινητικότητα κατοίκων κατά την διάρκεια του μακεδονικού αγώνα, όταν δηλαδή τα ελληνικά ένοπλα σώματα περνούσαν από βουλγαρίζοντα χωριά και συγκρούονταν με τον εντόπιο πληθυσμό. Η μετακίνηση αυτή, όμως, ήταν ιδιαίτερη περιορισμένη.
   Αντίθετα με την ολιγάριθμη μετακίνηση των Σλαβόφωνων κατοίκων κατά τα έτη (1904-1908), οι Βαλκανικοί πόλεμοι και η σύγκουση του Ελληνικού στρατού με το βουλγαρίζον στοιχείο, ιδιαίτερα στην περιφέρεια του Κιλκίς, είχε ως αποτέλεσμα την μετακίνηση 36.000 ατόμων από την Μακεδονία στην Βουλγαρία. Συγκεκριμένα, από την Ανατολική Μακεδονία 20.458, την Κεντρική 13.000-14.000, ενώ από την Δυτική μόλις 1.586. 
   Το παραπάνω σύνολο των Σλαβόφωνων κατοίκων που εγκατέλειψαν την Ελλάδα μπορεί να επιβεβαιωθεί από 2 πήγες. Πρώτον, από τα αρχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού κατά τα οποία αναφέρεται πως εξ αιτίας των ασταμάτητων πολέμων της Ελλάδας (Πρώτος παγκόσμιος, Μικρασιατική Εκστρατεία) αλλά και του Προσφυγικού Ζητήματος, η εφαρμογή της Συνθήκης του Νειγύ καθυστερούσε να πραγματοποιηθεί. Προκειμένου, λοιπόν, να επισπευσθεί η εθελούσια ανταλλαγή των πληθυσμών υπογράφθηκε στη Γενεύη στις 9 Δεκεμβρίου 1927 η Συμφωνία Καφαντάρη-Μολώφ, υπό την αιγίδα της ΚτΕ. Συμφωνα με αυτά τα αρχεία, 39.000 Σλαβόφωνοι είχαν ήδη εγκαταλείψει την χώρα, πριν την υπογραφή της Συνθήκης, δηλαδή πριν το 1927. Εάν θεωρήσουμε πως ο αριθμός των 36.000 προσφύγων των Βαλκανικών πολέμων ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, τότε μπορεί να υποθεί πως οι υπόλοιποι 3.000 εγκατέλειψαν την Ελλάδα είτε χωρίς να αναμένουν την εφαρμογή της Συνθήκης, είτε ήταν οι μόνοι που εξυπηρετήθηκαν από την Συνθήκη του Νεϊγύ, πριν από το 1927. 
   Το κενό των περίπου 39.000 Σλαβόφωνων προσφύγων γίνεται φανερό και στις απογραφές της Μακεδονίας. Σε απογραφή της ΚτΕ το 1912, κατοικούσαν στην Μακεδονία 119.000 «Βούλγαροι και άλλοι Σλάβοι», ενώ στην απογραφή του 1928 οι Σλαβόφωνοι έχουν ελαττωθεί στους 81.844, δηλαδή κατά 39.000 λιγότεροι. 
   Υπάρχει, βέβαια και η γνώμη ότι βασιζόμενοι στη Συμφωνία Καφαντάρη, 53.000 επιπλέον Σλαβόφωνοι δηλώθηκαν με προσωπική τους πρωτοβουλία στη Μικτή Ελληνοβουλγαρική Επιτροπή και αναχώρησαν από την Ελλάδα. Το κενό, όμως, αυτό δεν γίνεται φανερό στις επόμενες απογραφές, καθώς στην απογραφή του πληθυσμού της Μακεδονίας το 1940 οι Σλαβόφωνοι ανέρχονταν σε 86.079, λίγες χιλιάδες περισσότεροι από την απογραφή του 1928.
   Εν κατακλείδι, γίνεται αντιληπτό πως η σύναψη της Συνθήκης του Νεϊγύ ήταν αναγκαία, καθώς είχε ήδη πραγματοποιηθεί μια μαζική έξοδος πληθυσμών από την Ελλάδα και την Βουλγαρία. Η Συνθήκη απλώς λειτούργησε ως νομιμοποίηση αυτών των μεταναστεύσεων. Καταλαβαίνουμε, δε, πως ο αριθμός των Σλαβόφωνων (Βουλγαριζόντων και μη) που εγκατέλειψαν την Ελλάδα ήταν 40 και όχι 50 χιλιάδες.

Δημήτρης Ξ. Μαυρίδης
Σιδηροχώρι
26 Δεκεμβρίου 2014 

Πηγές:
Ιάκωβος Μιχαηλίδης: Πληθυσμιακές ανακατατάξεις στη σύγχρονη Μακεδονία
Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας, Εκδόσεις Διόφαντος 2013
Νέα μεγάλη σχολική Εγκυκλοπαίδεια, 12ος Τόμος, Εκδόσεις Χρ. Γιοβάνης
Αρχεία Γενικού Επιτελείου Στρατού, 3ος Τόμος, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη Α.Ε.    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου