Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Ιστορία Γ' Λυκείου Θεωρητικής Κατεύθυνσης (Κεφάλαιο 5ο)

Δ. Ο ΠΑΡΕΥΞΕΙΝΙΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΤΟ 19ο ΚΑΙ 20ο ΑΙΩΝΑ

1. Οικονομική και πνευματική ανάπτυξη

- Περιληπτική απόδοση:
   Μετά την παραχώρηση του Χάτι Χουμαγιούν παρατηρείται η ανάκαμψη του ποντιακού ελληνισμου. Η θεωρητική ισονομία και η θρησκευτική ελευθερία μαζί με την ανάπτυξη του εμπορίου και της οικονομίας οδήγησαν στη δημογραφική αύξηση του ποντιακού πληθυσμού. Παράλληλα, μετακινήθηκαν πληθυσμοί από τα ορεινά στα παράλια. Η Τραπεζούντα αναπτύχθηκε, ενώ το ποντιακό στοιχείο έλεγχε το εμπόριο ολόκληρου του Εύξεινου Πόντου.
   Είχε αναπτυχθεί η αγροτική οικονομία που βασιζόταν κυρίως στο σιτάρι, το καλαμπόκι, το κριθάρι, τα όσπρια, τα πορτοκάλια καθώς και στα τυροκομικά προϊόντα. Οι ελληνικές επιχειρήσεις διέθεταν εμπορικά υποκαταστήματα στη Ρωσία, Αγγλία, Περσία (η Τραπεζούντα έλεγχε το 40% του εμπορίου της Περσίας), Κωνσταντινούπολη. Η Τραπεζούντα αποτελούσε το σταυροδρόμι της εμπορικής κίνησης μεταξύ Δύσης και Ανατολής μέχρι το 1869, που ολοκληρώθηκε η διάνοιξη της διώρυγας του Σουέζ, οπότε άρχισε η σταδιακή παρακμή του λιμανιού της. Σπουδαία εμπορικά κέντρα ήταν η Κερασούντα και η Αμισός από την οποία εξάγονταν ποσότητες καπνού.
   Η οικονομική άνθιση του ελληνισμού είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική και καλλιτεχνική άνθιση του ελληνισμού. Το Φροντηστήριο της Τραπεζούντας* ήταν το σπουδαιότερο πνευματικό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού. Στις αρχές του 20ου αι. δεν υπήρχε ποντιακό χωριό χωρίς δικό του σχολείο και δική του εκκλησία.
   Η εγκατάσταση του ελληνικού τυπογραφείου στην Τραπεζούντα το 1880 συνέβαλε στην ενίσχυση της εθνικής συνείδησης. Πόντιοι αγωνιστές είχαν συμμετοχή στους Βαλκανικούς πολέμους και ταυτόχρονα συγκέντρωναν χρήματα υπέρ του ελληνικού στρατού. Οι Νεότουρκοι πήραν πολύ σκληρά μέτρα εναντίον του ποντιακού ελληνισμού και αυτός ήταν ο λόγος που οδήγησε τους Ποντίους να αγωνιστούν μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου πολέμου για τη δημιουργία μιας αυτόνομης Ποντιακής Δημοκρατίας.

- Ορισμοί

ΦΡΟΝΤΗΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ
Το Φροντηστήριο της Τραπεζούντας που είχε ιδρύσει το 1682 ο μεγάλος Τραπεζούντιος δάσκαλος του Γένους Σεβαστός Κυμινήτης και λειτούργησε παρά τις αντιξοότητες μέχρι το 1922, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πνευματική και ηθική ανάπλαση των Ελληνοποντίων και στην ανάπτυξητης της εθνικής τους συνείδησης.



2. Αγώνες για τη δημιουργία μιας αυτόνομης Ποντιακής Δημοκρατίας (1917-1922)

- Περιληπτική απόδοση:
   Στα χρόνια του Α' Παγκοσμίου πολέμου τα ρωσικά στρατεύματα κατέλαβαν την περιοχή της Τραπεζούντας (1916). Στην περιοχή ηγήθηκε ο μητροπολίτης Χρύσανθος προωθώντας την πολιτική της συνύπαρξης του χριστιανικού και του μουσουλμανικού στοιχείου. Το Φεβρουάριο του 1918 ο ρωσικός στρατός εγκατέλειψε την Τραπεζούντα, η οποία πέρασε στην κατοχή των Νεότουρκων.
   Οι Έλληνες του ανατολικού Πόντου και του Καρς, για γλιτώσουν από τις διώξεις των Νεότουρκων, πήραν το δρόμο της φυγής προς τη Ρωσία. Παράλληα, οι Έλληνες του Πόντου που κατοικούσαν στην Ρωσία πραγματοποίησαν ενέργειες για τη δημιουργία μιας Ποντιακής Δημοκρατίας˙ ενέργειες για την επίτευξη αυτού του στόχου πραγματοποιούνταν και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Στο πρώτο Πανποντιακό Συνέδριο, που οργανώθηκε στη Μασσαλία (Φεβρουάριος 1918) ο πρωτεργάτης του αγώνα Κ. Κωνσταντινίδης με τηλεγράφημά του στο Λ. Τρότσκι ζήτησε επίσημα την υποστήριξη της Σοβιετικής Ένωσης.
   Η κυβέρνηση του Βενιζέλου αρχικά στήριξε τις διεκδικήσεις των Ποντίων. Αργότερα κάτω από την πίεση των συμμάχων δε συμπεριέλαβε τον Πόντο στο φάκελο των ελληνικών διεκδικήσεων. Συμφώνησε να παραχωρηθεί η περιοχή στην υπο ίδρυση Αρμενική Δημοκρατία.
   Οι Πόντοι προσπάθησαν να μεταπείσουν τον Ελ. Βενιζέλο και αυτός τους έδωσε την άδεια να ενημερώσουν τους εκπροσώπους των δυνάμεων που συμμετείχαν στη διάσκεψη. Παράλληλα, ο Χρύσανθος επισκέφθηκε το Εριβάν και διαπραγματεύτηκα με τους Αρμένιους καθώς επίσης και με τους μουσουλμάνους του Πόντου, μια μορφή συνομοσπονδίας. Εν τω μεταξύ, ο χρόνος κυλούσε σε βάρος των Ποντίων, αφού η συμφωνία Κεμάλ-Σοβιετικής Ένωσης (1921) του έδινε τη δυνατότητα να συνεχίσει τις στρατιωτικές του επιχειρήσεις σε βάρος των Ποντίων.
   Η τελευταία προσπάθεια ποντοαρμενικής συνεργασίας άρχισε καθυστερημένα στις αρχές του 1922, όταν πια τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων είχαν αλλάξει πλευρα. Η κατάρρευση του ελληνικού μετώπου στη Μικρά Ασία έθεσε τέλος στις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ποντοαρμενικού κράτους. Την περίοδο αυτή ένας δεύτερος ποντιακός ελληνισμός ζούσε και άκμαζε στη Ρωσία. Το 1918, και κυρίως μετά την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων, περισσότεροι από 750.000 Πόντιοι ζούσαν στη Ρωσία.
   Σήμερα στα εδάφη της πρώην Σοβιετικής Ένωσης υπολογίζεται ότι ζουν ακόμη 500.000 Πόντιοι. Η παρουσία του ελληνισμού στον Πόντο έλαβε τέλος με την ανταλλαγή των πληθυσμών που όρισε η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923. 


3. Η μεθοδευμένη εξόντωση (γενοκτονία) των Ελλήνων του Πόντου

- Περιληπτική απόδοση:
   Η εξόντωση των Ελλήνων του Πόντου (1916-1923) παρουσιάζει αναλογίες με τη γενοκτονία των Αρμενίων. Από τους 697.000 Ποντίους που ζούσαν το 1913 στον Πόντο περισσότεροι από 353.000 (ποσοστό πάνω από 50%) έχασαν τη ζωή τους. Οι διωγμοί αυτοί εξυπηρετούσαν πρακτικούς σκοπούς και αποσκοπούσαν στο διωγμό των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία.
   Η εξόντωση των Ποντίων σύμφωνα με τον Π. Ενεπεκίδη δεδεν είχε καμία ιδεολογική θεμελίωση, αλλά εξυπηρετούσε μόνο τη συγκεκριμένη πρακτική πολιτική σκοπιμότητα της εκκαθάρισης της Μικράς Ασίας από το ελληνικό στοιχείο. Οι εξορίες των κατοίκων ολόκληρων χωριών και οι υποχρεωτικές οδοιπορίες στο χιόνι είχαν ως αποτέλεσμα πολλοί να πεθάνουν από τις κακουχίες.
   Οι διωγμοί σε βάρος των Ελλήνων του Πόντου επιδεινώθηκαν μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Συνολικά ο παρευξείνιος ελληνισμός της Μ. Ασίας εξοντώθηκε κατά την περίοδο 1914-1924 ή ακολούθησε το δρόμο της διασποράς προς την Ευρώπη, την Αμερική και την Περσία (Ιράν), τη Σοβιετική Ένωση και την Ελλάδα. Σχετικές μαρτυρίες καταγράφονται στα Αρχεία των Υπουργείων Εξωτερικών της Ευρώπης και της Αμερικής.

- Συμπληρωματικές πηγές

Η κοινοτική ζωή των Ελλήνων του Πόντου

«Έκτακτα πάλι έξοδα ήταν τα βοηθήματα που δίνανε στους φτωχούς, χρέη των ορφανών που πληρώνανε, και μερικές υποτροφίες που δίνανε από καιρό σε νέους της πόλης τους. Από το κοινοτικό ταμείο συντηρούνταν και διατηρούνταν το σχολείο και η εκκλησία, κι ακόμα, στις μεγάλες ανάγκες του πληθυσμού της Τρίπολης -όπως, να πούμε, σαν ζητούσαν ξαφνικά οι Τούρκοι αντισήκωμα (σημ. έκτακτος φόρος),- κοινοτικό ταμείο δάνειζε εκείνους που είχαν ανάγκη. Έτσι, στον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, η κοινήτητα έδωσε σε όλους χρήματα, γιατί είχανε κλείσει τα ταμεία, οι τράπεζες και οι άλλες εταιρείες. Επειδή, μάλιστα, έτυχε να μην υπάρχουνε ρευστά χρήματα στα χέρια του Μαυρίδη, που ήταν ο ταμίας της κοινότητας, τον υποχρέωσαν να δανειστεί προσωπικά για να διευκολυνθεί ο πληθυσμός».

Τατιάνα Γκρίτση-Μιλλιέξ, Η Τρίπολη του Πόντου, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1991, σσ. 72-73

- Ερώτηση
Ποιά προβλήματα των κατοίκων αντιμετώπιζαν οι κοινοτικές αρχές των Ελλήνων του Πόντου;

Οι Έλληνες του Πόντου την περίοδο 1914-1923
(Μαρτυρία του Κυριάκου Κουκουλήθρα από την κωμόπολη της Λαμψάκου. Η Λάμψακος ήταν μια κωμόπολη στην περιοχή του Πόντου. Πριν από το 1922 είχε 2.000 κατοίκους, από τους οποίους 800 ήταν Έλληνες).

«Το 1914 έγινε ο πρώτος διωγμός. Ήρθε τότε διαταγή ν' αδειάσουν τα πάραλια από τον ελληνικό πληθυσμό. Τέτοια συμβουλή έδωσαν οι Γερμανοί διοργανωτές στους Τούρκους.
   Επί Αβδούλ Χαμήτ ζούσαμε καλά με τους Τούρκους. Σαν αρνιά ήτανε. Αυτοί οι Νεότουρκοι και οι Γερμανοί προστάτες τους φανάτισαν τον τουρκικό λαό.
   Ένα διάστημα, Τούρκοι Τσέτες από τα γύρω χωριά γύριζαν τη νύχτα στην ελληνική συνοικία και πυροβολούσαν, για να τρομοκρατήσουν τον κόσμο. Σκότωσαν μάλιστα και δυο-τρεις τσομπαναραίους δικούς μας.
   Απελπίστηκε ο κόσμος. Πήγαν οι προύχοντες μας στον καϊμακάμη και του είπαν:
   - Τί θα γίνει, μπέη, αυτή η κατάσταση;
   - Να φύγετε, να σηκωθείτε να φύγετε, απάντησε. [...]

   Από την Ελλάδα γυρίσαμε το 1919, Ιούνιο μήνα. Οι άλλοι που ήταν εξορία γύρισαν νωρίτερα, αλλά αποδεκατισμένοι. Πέθαναν πολλοί εκεί που τους είχανε στείλει.
   Ήρθαν οι Εγγλέζοι στη Λάμψακο σαν στρατός κατοχής. Έμειναν ένα διάστημα και έφυγαν. Πήγαν στο Τσανάκκαλε. Μετά τους αντικατέστησε ελληνικός στρατός. Μετά έφυγε και ο ελληνικός στρατός. Αυτό έγινε προτού ακόμα καταρρεύσει το Μέτωπο.
   Στις αρχές του 1921 βάλανε οι Τούρκοι φωτιά. Κάηκε όλη η ελληνική συνοικία της Λαμψάκου. Ο κόσμος έμενε σε αποθήκες στην παραλία. Μόνο εκεί σώθηκαν λίγα κτίρια. Τον Σεπτέμβριο του 1922 κάποιοι δικοί μας πήγαν στον Εγγλέζο διοικητή στο Τσανάκκαλέ και του είπανε:
   - Τί θα γίνει; Καίγετει η Μπίγα, θα μας αφήσετε έτσι απροστάτευτους;
Απαντάει ο Εγγλέζος:
   - Μη φοβάστε, δε θα σας αφήσουμε. Περιμένετε ως το πρωί. Θα έρθουν δύο αντιτορπιλικά και ένα υπερντέντροτ -θωρηκτό- να σας πάρουν. 
   Όπως είπαν, έγινε. Πολλά πρωί χαράματα, ήρθαν τα εγγλέζικα πολεμικά. Τα κανόνια τους ήτανε στραμμένα στη Λάμψακο, έτοιμα να χτυπήσουν τους Τούρκους. Ο Εγγλέζος ναύαρχος βρήκε τον καϊμακάμη και του λέει:
   - Προσέξτε, μια μύτη ελληνική ν' ανοίξει, θα σας κάψω όλους!
   Οι Τσέτες ήταν έτοιμοι πάνω στον τουρκομαχαλά. Που να τολμήσουν όμως να μας πειράξουν!
   Αρχίσαμε να μπαίνουμε στα επιταγμένα καΐκια. Κάτι καλοί Τούρκοι μας λέγανε να μείνουμε. Μερικοί μάλιστα, απ' αυτούς συγκινηθήκανε και δάκρυσαν. Εμείς, όμως, κοιτάζαμε να φύγουμε μιαν ώρα νωρίτερα».

Τα Νέα, «Μικρασιατική Καταστροφή» (10/9/2005)
Στο σχετικό αφιέρωμα παρουσιάστηκαν μαρτυρίες που είχαν συγκεντρώσει οι ερευνητές του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών

- Ερώτηση
Ποιές ήταν οι σχέσεις Ελλήνων και Τούρκων στην περιοχή του Πόντου μέχρι τα χρόνια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου; Να περιγράψετε τις δοκιμασίες των κατοίκων της Λαμψάκου στα χρόνια του Α' Παγκοσμίου πολέμου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου