Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Η πληθυσμιακή δομή του Δήμου Κερκίνης πριν και αμέσως μετά από την ανταλλαγή των πληθυσμών (1923)

Η πληθυσμιακή δομή του Δήμου Κερκίνης πριν και αμέσως μετά από την ανταλλαγή των πληθυσμών 
(1913 - 1928)

*Παρόλο που δεν υπάρχει σήμερα δήμος Κερκίνης αλλά δήμος Σιντικής, χρησιμοποιώ το χώρο του πρώτου για λόγους μεθοδολογίας και με σκοπό να αποφύγω τυχόν λάθη στις πληροφορίες.

 Πρόσφατα, διεξήγαγα μια έρευνα σχετικά με την σύσταση του πληθυσμού του Δήμου Κερκίνης και όσο και να φαίνεται περίεργο η μικρή περιοχή μας γνώρισε πολλές αλλαγές. Μέσα σε 15 χρόνια το μωσαϊκό των εθνοτήτων της περιοχής άλλαξε τελειώς, αφήνοντας τους Έλληνες ως κύριους κατοίκους αυτής της περιοχής.
   Τώρα, προκειμένου να μην τους αναφέρω σε κάθε χωριό, υπάρχουν μερικοί παράγοντες που επηρέασαν την αλλαγή των πληθυσμών του Δήμου. Αυτοί είναι οι εξής:
  • Η Σύμβαση της Λωζάνης (η ομώνυμη συνθήκη ειρήνης ακολούθησε 6 μήνες μετά), κατά την οποία προβλεπόταν υποχρεωτική ανταλλαγή των Ελλήνων Ορθοδόξων της Τουρκίας και των Μουσουλμάνων της Ελλάδας. Σε αυτήν οφείλεται η εγκατάσταση των προσφύγων και κατ' επέκταση, η ελληνοποίηση της περιοχής, όπως επίσης η αποχώρηση των Μουσουλμάνων, οι οποίοι κατοικούσαν αμιγώς στα χωριά Ανατολή, Καστανούσα, Οδηγήτρια και Κορυφούδι και μικτά στα χωριά Μοναστηράκι, Κερκίνη, Μακρυνίτσα, Πλατανάκια, Κάτω Πορόϊα, Άνω Πορόια και Λιβαδιά.
  • Ο Β' Βαλκανικός Πόλεμος και ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, οι οποίοι είχαν ως αποτέλεσμα την μαζική μετανάστευση περίπου 2650 Βουλγάρων (1913-1919 πριν την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ), προκάλεσαν το πρώτο μεγάλο κύμα μετανάστευσης των Βουλγάρων της περιοχής προς την ομώνυμη χώρα. Οι υπόλοιποι, κατά ένα μέρος ακολούθησαν τον ίδιο δρόμο μετά την υπογραφή της Συνθήκης το Νοέμβριο του 1919 μέχρι το 1926, οπότε σταμάτησε να ισχύει η εθελοντική μετανάστευση, και μετά κατά ένα άλλο μέρος το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ακολουθώντας τα κατοχικά στρατεύματα. Ελάχιστοι (<50) που έμειναν στην Ελλάδα, εξελληνίστηκαν. 
  • Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στα εκάστοτε χωριά από την ΕΑΠ μέχρι το 1928 παρουσιάζουν μια διαφορά με τον αριθμό των κατοίκων που αναφέρονται σε αυτά από την απογραφή του 1928. Σε όλα τα χωριά, εκτός από το Κορυφούδι, ένα ποσοστό γύρω στο 15% επί του τελικού αριθμού, προσετέθη και αποτελούταν από περιπλανώμενους πρόσφυγες, οι οποίοι έψαχναν ένα μέρος με τις κατάλληλες συνθήκες για να εγκατασταθούν. Για παράδειγμα, ενώ στη Καστανούσα εγκαταστάθηκαν από την ΕΑΠ στο χωριό 512 άτομα μέχρι το 1928, στην απογραφή του ίδιου έτους το χωριό αριθμούσε σε 610 άτομα. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι υπόλοιποι 98 ήταν ντόπιοι, καθώς οι ντόπιοι ήταν Μουσουλμάνοι και αποχώρησαν μαζικά πριν την έλευση των προσφύγων. Συν τοις άλλοις, στα έγγραφα της ΕΑΠ η Καστανούσα είναι εγγεγραμμένη ως ένα αμιγώς προσφυγικό χωριό. Δεν μπορεί, επίσης, να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για λάθος στην απογραφή, μιας που το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει σε όλα τα χωριά, δίνοντας έτσι την ευκαιρία να παρατηρηθεί ότι ένα μέρος των αστών προσφύγων, μετά την εγκατάστασή τους προτίμησαν να μετακινηθούν στην ύπαιθρο, πιθανότατα προκειμένου να επωφεληθούν τις παροχές που τους εξασφάλιζε η ΕΑΠ ή για λόγους εύρεσης ευνοϊκότερης εργασίας. Το παραπάνω φαινόμενο σημειώνεται και στο βιβλίο ιστορίας της Γ' Λυκείου Θεωρητικής Κατεύθυνσης στη σελίδα 155:
''Η εγκατάσταση των προσφύγων δεν έγινε πάντοτε σύμφωνα με την παραπάνω λογική, ούτε ακολούθησε σε όλες τις περιπτώσεις την κρατική αντίληψη και επιταγή. Η κινητικότητα των προσφύγων υπήρξε μεγάλη, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια. Οι πρόσφυγες γύριζαν από περιοχή σε περιοχή προκειμένου να βρουν το μέρος με τις καλύτερες συνθήκες για εγκατάσταση. Πολλοί πρόσφυγες, αν και δεν ήταν γεωργοί, είχαν δεχτεί ή ζητήσει να αποκατασταθούν ως αγρότες για να επωφεληθούν από τα δάνεια και τις παροχές της ΕΑΠ. Άλλοι πάλι μετακινούνταν προς τα αστικά κέντρα με σκοπό να παρουσιαστούν ως ''αστοί'' και να πάρουν με αυτόν τον τρόπο την αποζημίωση που δινόταν στους αστούς ανταλλάξιμους.''

Τα 17 χωριά του δήμου Κερκίνης είναι τα εξής (από δυτικά στα ανατολικά):

Πάλμες ή Καστανούσα
   Οι πληροφορίες για τη Καστανούσα δεν είναι πολλές. Το σίγουρο είναι ότι πριν την έλευση των προσφύγων από τον Πόντο, το χωριό κατοικείτο από Βουλγαρόφωνους Μουσουλμάνους, που η βουλγαρικές πηγές συνηθίζουν να αποκαλούν ''Πομάτσι'' (Помаци), Πομάκους δηλαδή. Αξίζει να σημειωθεί ότι έτσι ονόμαζαν οι Βούλγαροι όλους τους Βουλγαρόφωνους Μουσουλμάνους ανεξαρτήτως καταγωγής. Αυτοί οι άνθρωποι, σύμφωνα με τον Γκεόργκι Στρέζοφ (1891), πήγαιναν για ψάρεμα στη Λίμνη Δοϊράνη και πουλούσαν τα ψάρια τους στην αγορά των Άνω Πορροΐων. Οι γυναίκες φορούσαν ένα είδος φορέματος με ένα ιδιαίτερο κόκκινο ύφασμα. Υπήρχε δε αναφορά ότι μιλούσαν λίγο διαφορετικά απ' ότι μιλούσαν στα Άνω Πορρόια, πιθανότατα έχοντας λάβει μερικές επιρροές από τη θρησκεία τους και κατ' επέκταση έχοντας αντικαταστήσει ορισμένες λέξεις με αραβικά, φαινόμενο πολύ συχνό σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συνολικά οι κάτοικοι αριθμούσαν γύρω στα 200 σπίτια. 
 
Νο. 42 Πάλμις 200 σπίτια ''Πομάκων''
  
Όντως, τα 200 σπίτια συνδέονται με τον αριθμό των 1047 κατοίκων του χωριού, το 1913. Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923, οι κάτοικοι του Πάλμες, όντας Μουσουλμάνοι, εγκατέλειψαν μαζικά το χωριό. Τη θέση τους πήραν οι πρόσφυγες από τον Πόντο οι οποίοι αριθμούσαν σε 610 σύμφωνα με την απογραφή του 1928. Βέβαια, τα στοιχεία της ΕΑΠ (Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύφων) δείχνουν ότι μέχρι το 1928 εγκαταστάθηκαν 144 οικογένειες με 512 άτομα σε αυτό το μέρος, πράγμα που σημαίνει ότι οι υπόλοιποι δεν ήταν άλλο από μετακινούμενους από μέρος σε μέρος πρόσφυγες, τους οποίους θα δούμε να εγκαθίστανται και σε άλλα χωριά.  


Γκλαμπόφτσα ή Καλοχώρι
Το χωριό αναφέρεται μόνο στην απογραφή του Κάντσοφ το 1900 έχοντας γύρω στους 240 κατοίκους, Βούλγαρους Χριστιανούς. Η συγκεκριμένη απογραφή μοιαζεί αληθινή μιας που το 1928 οι άνθρωποι που ζούσαν εδώ αριθμούσαν τους 218. Η ΕΑΠ εγκατέστησε 49 οικογένειες με 176 άτομα, με τους υπόλοιπους να εγκαταστάθηκαν λίγο αργότερα. Όλοι οι κάτοικοι σήμερα έλκουν τις ρίζες τους από τον Πόντο. Κατά πάσα πιθανότητα οι 240 Βούλγαροι αποχώρησαν σταδιακά μετά το 1919 και πριν το 1923, μιας που το χωριό αναφέρεται στα στοιχεία της ΕΑΠ ώς καθαρά προσφυγικό. Το όνομα του χωριού άλλαξε σε ''Καλοχώριον'' το 1927.


Σούγκοβο ή Πλατανάκια
   Τα Πλατανάκια, πρώτη φορά στην ιστορία αναφέρονται σε ένα οθωμανικό μητρώο μη μουσουλμανικού πληθυσμού της περιοχής Τιμούρ Χισάρ το 1616-1617 ως ''Σούγκοβα'', με 133 οικίες.
   Το χωριό στα τέλη του 19ου αιώνα (1873) αποτελούνταν απο Βούλγαρους και Τούρκους με τους πρώτους να έχουν ένα μικρό προβάδισμα απένταντι στους Τούρκους και συνολικά οι κάτοικοι να αγγίζουν τους 650, σύμφωνα με τους περιηγητές της εποχής. Το γεγονός ότι η Βουλγαρική παρουσία ήταν έντονη φανερώνει ο αριθμός των Βουλγάρων εθελοντών που ακολούθησαν την Μακεδονο-Αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση κατά το 1912. Ήταν 27 άτομα, μια ομάδα, ικανοποιητικού μεγέθους για εκείνη την εποχή και συγκριτικά με τα υπόλοιπα χωριά, ήταν οι περισσότεροι. Πολλοί κομιτατζήδες δρούσαν επίσης στη περιοχή με πιο σημαντικούς τους Μίτο και Γκόγκο Κεχάιοφ, όπως φαίνεται συγγενείς. 
   Στο πρώτο μεταναστευτικό κύμα για τη Βουλγαρία (1913-1919), από το Σούγκοβο έφυγαν 100 άτομα, σύμφωνα με τα αρχεία του γενικού Επιτελείου Στρατού. Ωστόσο, Βούλγαροι εξακολοθούσαν να ζουν εκεί, κατάσταση που μαρτυρείται και από προφορικές μαρτυρίες αλλά και από τα αρχεία της ΕΑΠ στα οποία το Σούγκοβο αναφέρεται το 1928 ως μικτό χωριό. Οι Βούλγαροι ήταν οι μόνοι γηγενείς στο χωριό μετά την αποχώρηση των Μουσουλμάνων το 1923, παρόλο που είχαν φύγει αρκετοί και στο διάστημα μεταξύ 1919 και 1926.
   Φτάνουμε, λοιπόν, στον αριθμό των 1003 κατοίκων σύμφωνα με την απογραφή του 1928, από τους οποίους οι 876 ήταν πρόσφυγες από τον Πόντο (254 οικογένειες), ορισμένοι ήταν μετακινούμενοι πρόσφυγες όπως σε όλα τα χωριά του Μπέλες, και οι υπόλοιποι 100 περίπου ήταν οι Βούλγαροι που έμειναν στο χωριό. Η πλειοψηφία αυτών θα ακολουθήσει τον βουλγαρικό στρατό κατά την υποχώρηση και οι υπόλοιποι θα μείνουν, αποδεχόμενοι τον εξελληνισμό τους. 


Μάντνιτσα ή Μακρυνίτσα
   Η παλαιότερη αναφορά της Μακρυνίτσας αγγίζει τις αρχές του 17ου αιώνα. Σε ένα οθωμανικό φορολογικό μητρώο μη μουσουλμανικού πληθυσμού της επαρχίας Τιμούρ Χισάρ του 1616-1617 το χωριό αναφέρεται ως ''Μούντνιτσε'' έχοντας 94 νοικοκυριά. Το 1625 βέβαια, σύμφωνα με ένα άλλο έγγραφο, το χωριό φαίνεται να έχει 70 νοικοκυριά. 
   Όντως στους επόμενους αιώνες επρόκειτο να ανθίσει έχοντας στις αρχές του 20ου αιώνα γύρω στα 1000 άτομα (Κάντσοφ, Στρέζοφ) με τους κατοίκους να μειώνονται σταδιακά. Σε αντίθεση με τη γενική εικόνα της περιοχής, ήταν ένα από τα λίγα χωριά που είχε αρκετούς Έλληνες. Ήταν τόσο οργανωμένοι, ώστε διέθεταν εκκλησία και σχολείο. Ωστόσο, γίνεται αντιληπτό ότι δεν αποτελούσαν την πλειονότητα ή έστω ένα σημαντικό ποσοστό καθώς σπάνια θα βρει κάποιος σήμερα ένα ντόπιο Έλληνα από τη Μακρυνίτσα, απόγονο εκείνων που υποτίθεται ότι υπερίσχυαν αριθμητικά των άλλων εθνοτήτων. Πέρα από τους Έλληνες υπήρχαν οι Τούρκοι, που αποτελούσαν την πλειονότητα, και οι Βούλγαροι, οι οποίοι αριθμούσαν γύρω στους 200. Οι Τούρκοι εγκατέλειψαν οριστικά τη Μάντνιτσα το 1923 με την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών και οι Βούλγαροι βήμα - βήμα, με μια σημαντική αποχώρηση μεταξύ του 1913 και πριν το 1919 και από το 1919 μέχρι το 1926 εγκατέλειπαν τη περιοχή σε μικρες ομάδες χωρίς σημαντική συμμετοχή. Το χωριό κατοικούνταν κατά ένα αξιοσημείωτο μέρος από Βούλγαρους Αυτό μαρτυρείται από την αναφορά του χωριού στα αρχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού, σύμφωνα με τα οποία αναχώρησαν για τη Βουλγαρία μεταξύ του 1913 - 1919, πριν την υπογραφή της Συνθήκης του Νεϊγύ, 120 Βούλγαροι, όπως παρόμοια ήταν η κατάσταση στα υπόλοιπα χωριά της περιοχής, λόγω της κατάληψής της από δυνάμεις του ελληνικού στρατού. Επίσης, υπάρχουν αναφορές από τους ίδιους τους κατοίκους ότι ένα μέρος αυτών ήταν βούλγαροι, που μετά τον εμφύλιο παρέμειναν και εξελληνίστηκαν. Πολλά είναι και τα ονόματα Βουλγάρων από την Μακρυνίτσα, όπως της αντάρτισας του ΕΑΜ Γκόρα Τοντόροβα Εφραιμίδη και των Κομιτατζήδων Βανγκέλ Τράικοφ, Ντιμίταρ Στόικοφ Ντιμιτρόφ, Ιβάν Κάτσιεφ, Κοσταντίν Τάνεφ και άλλων. Από τη πρώτη καταλαβαίνουμε ότι πρόκειται για μισή Βουλγάρα και μισή Πόντια, γεγονός που φανερώνει μια περίοδο συνύπαρξης μεταξύ προσφύγων και Βουλγάρων. Εξίσου αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή 8 βουλγάρων στη Μακεδονο-αδριανουπολίτικη Επαναστατική Οργάνωση το 1912.
   Μπορεί όντως να σημειώνεται από τον περιηγητή Γκεόργκι Στρέζοφ (1891) ότι υπήρχε ελληνική εκκλησία και σχολείο με 28 μαθητές, βέβαια, αναφέρεται επίσης ότι υπήρχαν 200 τουρκικά σπίτια και 50 βουλγαρικά, πολλά για να παραλειφθούν.

Συνοψίζοντας
Μάντνιτσα (1912) =>
- ''Εθνογραφία στα Βιλαέτια Ανδριανουπόλεως, Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης'' (1873): 175 σπίτια, 300 κάτοικοι Μουσουλμάνοι και 470 Βούλγαροι.
- Γκεόργκι Στρέζοφ (1891): ''Κάτοικοι αγρότες, βοσκοί και ξυλουργοί. Ελληνική εκκλησία και σχολείο με 28 μαθητές. 200 τουρκικά και 50 βουλγαρικά σπίτια.
- Κάντσοφ (1900): 1650 άτομα (!!!), εκ των οποίων 900 Τούρκοι και 750 Βούλγαροι. 
- Ντιμίταρ Μίσεφ (1905): 640 Βούλγαροι εξαρχικοί, Βουλγαρικό σχολείο με 1 δάσκαλο και 27 μαθητές. 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Ο Κάντσοφ και ο Μίσεφ σχεδόν συνέχεια προβάλουν διογκωμένους αριθμούς Βουλγάρων.

Μακρυνίτσα (1928) => 
Συνολικός πληθυσμός 573, από τους οποίους η ΕΑΠ τοποθέτησε μέχρι το 1928, 132 οικογένειες με 439 άτομα κυρίως από τον Πόντο και μετά το 1919 από την Ανατολική Ρωμυλία. Συνεπώς οι υπόλοιποι 134 είναι γηγενείς (Έλληνες και Βούλγαροι) καθώς και πρόσφυγες που μετακινούνταν από πόλη σε πόλη, μέχρι που αποφάσισαν να μείνουν εκεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου