Παρασκευή, 28 Ιουλίου 2017

Η ρουμανική κοινότητα των Ανώ Ποροΐων (1900-1913) Μέρος Α'

Η πορεία της Ρουμανικής (Βλαχικής) κοινότητας Άνω Ποροΐων μέχρι το 1913
     [Αξίζει να διευκρινιστεί ότι ως επί το πλείστον, η ελληνική βιβλιογραφία των αρχών του 20ου αιώνα χαρακτηρίζει αυτή τη κίνηση ως ρουμανική και τους θιασωτές της "Ρουμανόβλαχους" ή Ρουμανιστές. Αντίθετα, από τα Οθωμανικά έγγραφα της περιόδου, ξένα οδοιπορικά, μέχρι και δημοσιογραφικές ανταποκρίσεις Δυτικών αλλά και Βαλκάνιων, χρησιμοποιείται ο όρος βλαχικές κοινότητες, βλαχικά σχολεία, και Βλάχοι, παραπέμποντας σε ρουμανίζοντες. Ο όρος "βλαχισμός" συναντάται παραδόξως πέρα από τις παραπάνω πηγες και σε επιστολές Μητροπολιτών προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Για παράδειγμα, ο Μητροπολίτης Σερβιών και Κοζάνης θα γράψει σε επιστολή του προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη το 1872:
    "Ο άγιος Γρεβενών εχειροτόνησεν ιερέα τινα εκ των βλαχοχωρίων, πλην μαθών ότι αυτός ανέγνω ποτέ το ιερόν Ευαγγέλιον βλαχιστί, μετακαλεσάμενος επέπληξε, και ήργησε, και ούτω έπαυσε.
    Η επαρχία Γρεβενών διαιρείται εις τέσσαρα κόλια (θέματα) δηλαδή. Βέντζια κολ, Τζουρχλ κολ, Χάσια κολ και Βλαχ κολ. Άπερ απαρτίζουσιν δέκα εννέα χωρία, ονόματι όμως λέγεται Βλαχ κολ, διότι τα δέκα πέντε χωρία κατοικούσι μακεδόνες και την γλώσσαν και το φρόνημα, τέσσαρα δε μόνον βλάχοι, αλλά την γλώσσαν και ουχί το φρόνημα, ως εξιστορώ, οι πάντες. Οίον δη.
    [...]Εις Περιβόλι, εξ εξακοσίων (600) οικιών, οι ημίσεις ίσως εισί φρονήματος βλαχισμού, αλλ' ουδέν δύνανται κατορθώσαι.
    [...] Εκτός του χωρίου Βδέλλας, ένθεν κατάγονται ο Αβέρκιος, Αποστόλης και Ιωάννης οι εν λόγ, και ένθα ούτοι διατηρούσι την εστίαν αυτών, και ένθα εν μέρει διδάσκεται η βλαχική, εις τ' άλλα μέρη διδάσκεται η ελληνική

    Παρατηρούμε από τα παραπάνω αποσπάσματα ότι η βλαχική γλώσσα, τα βλαχικά σχολεία και το βλαχικό φρόνημα ταυτίζονται, χωρίς να υπάρχει διαφορά από τους Βλάχους του Δούναβη (όσον αφορά στη γλώσσα, τα σχολεία και το φρόνημα), παραπέμποντας σε κάτι ενιαίο. Αργότερα, αυτό που έκανε η ελληνική βιβλιογραφία ήταν να αποκαλέσει το βλαχικό φρόνημα, όπως αυτό περιγράφεται κατά τον 19ο αιώνα, ως ρουμανισμό, παρουσιάζοντάς το με αυτόν το τρόπο ως κάτι μακρινό και ξένο στο οποίο οι Βλάχοι δεν έχουν θέση, και την βλαχική γλώσσα ως φορέα πλήθους ελληνικών λέξεων, παραπέμποντας στο καθήκον εξελληνισμού των Βλάχων. Τονίζονται, δε, κατά καιρούς οι διαφορές της κουτσοβλαχικής με την επίσημη ρουμανική, προκειμένου να αναδείξουν τις διαφορές των Βλάχων της Μακεδονίας με αυτών της Ρουμανίας. Όντως, το βλαχικό κίνημα είχε την υποστήριξη της Ρουμανίας, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η Ρουμανία ήταν κάτι ξένο προς τους Βλάχους, γεγονός που μαρτυρούν οι ίδιοι οι Μητροπολίτες. Όσο ελληνικές ήταν οι πατριαρχικές κοινότητες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίες, τόσο ρουμανικές ήταν οι αντίστοιχες βλαχικές.
    Στο παρόν δημοσίευμα πρόκειται να χρησιμοποιήσω τους όρους "ρουμανίζοντες" και "ρουμανική" κοινότητα, αναφερόμενος στις βλαχικές κοινότητες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ "ελληνικες", για τις πατριαρχικές κοινότητες, όπως δηλαδή είναι γνωστοί οι όροι στην Ελλάδα.]

    Αυτοί που πλαισίωσαν την ρουμανική κοινότητα των Άνω Ποροΐων ήταν οι Βλάχοι του χωριού, όπως σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση. Το συγκεκριμένο χωριό, όπως και η γειτονική Ράμνα, βρίσκονταν μακριά από τις Σέρρες και κατ' επέκταση από την ισχυρή ελληνική επιρροή, γεγονός που επέτρεψε σε ένα μέρος των κατοίκους να αναπτύξουν την βλαχική τους ταυτότητα και να μην ταυτιστούν με τον ελληνισμό. Ο Picot γράφει σχετικά μ' αυτό το 1875:

"Τα χωριά Ράμνα (200 οικογένειες) και Πορόια (120 οικογένειες), κοντά στις Σέρρες, είναι πρόθυμα να λάβουν εθνικούς εκπαιδευτικούς [δηλ. του ιδίου έθνους]. Αντίθετα, οι Ρουμάνοι [ενν. Βλάχοι] της Τζουμαγιάς και της Σαρούνα (Θεσσαλονίκης) έχουν ταχθεί με το μέρος των Ελλήνων." Picot M. E., Les Roumains de la Macedoine, Paris, 1875, σ. 39.

    Στις επόμενες δεκαετίες, αυτό το φαινόμενο έλαβε εθνικό & πολιτικό χαρακτήρα. Ενώ, λοιπόν, μέχρι το 1900 ο βλαχικός πληθυσμός των Άνω Ποροΐων φαινόταν ως ένα ενιαίο σύνολο, φανατικά πιστό στο Οικουμενικό Πατριαρχείο [Κάντσοφ, Μακεδονία: Εθνογραφία και στατιστικά, 1900, σ. 106], το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς συστάθηκε η ρουμανική κοινότητα των Άνω Ποροΐων [Romanski St., "Makedonskite Romani", στο Makedonski Pregled, Godina I, kniga 5-6, Sofiya, 1925, σ. 93), Minov Nikola, Vlashkoto Prashanye i Romanskata propaganda vo Makedonya, σ. 321]. Η αυτόματη πράξη μετά την σύσταση μιας κοινότητας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η κίνηση για το σχολείο της. Αυτοί που άνοιξαν το ρουμανικό σχολείο στα Άνω Πορόια ήταν ο Νικόλαος Τσοραπτσής (Κόλτσο Τσοραπτσή) και ο Μ. Παπουσεάνου.



Φωτογραφία του Κόλτσο Τσοραπτσή. ΠΗΓΗ: Ζιώγας Παναγιώτης Χρ., Άνω Πορόια - Γενεαλογίες και εικόνες, Θεσσαλονίκη, 2005, σ. 293.

    Τότε, πολλά πρόσωπα της ελληνικής πλευράς, πολιτικοί και μητροπολίτες, προσπάθησαν να μειώσουν την σημασία της δημιουργίας της ρουμανικής κοινότητας, διαδίδοντας ότι έλαβε χώρα καθαρά από ιδιοτελή συμφέροντα (οικονομικά, εκπαιδευτικά κ.ά.). Ο Περικλής Αργυρόπουλος, ο τότε Πρόξενος των Σερρών Ιωάννης Στορνάρης, μερικά χρόνια αργότερα ο Μητροπολίτης Μελενίκου Αιμιλιανός, ο Πρόξενος Σερρών το 1907 Αντώνιος Σακτούρης, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιωακείμ Γ' κ.ά. περιγράφουν την ρουμανική κίνηση ως κάτι το δόλιο, το αργυγενές, χωρίς σημασία.
    Επιπλέον, ένα γεγονός που παρουσιάζεται ως αιτία της δημιουργίας ρουμανικών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι η δυσχερή οικονομική κατάσταση πολλών από αυτούς που ακολούθησαν την ρουμανική προπαγάνδα. Ο Ζιώγας, για παράδειγμα, σημειώνει ότι αυτοί που ακολούθησαν τη ρουμανική προπαγάνδα ήταν φτωχοί κτηνοτρόφοι, θέση που συναντάται και σε σχετικά βιβλία [Ζιώγας, 2005, σ. 50-51]. Λησμονεί, όμως, ότι κριτήριο ένταξης του αγράμματου χωρικού της Μακεδονίας στην εκάστοτε κοινότητα (πατριαρχική, εξαρχική, βλαχική, σερβική κ.ο.κ.) περιστρεφόταν γύρω από τα δικά του αισθήματα αλλά και από τα οφέλη που μπορούσε να λάβει αυτός και η οικογένειά του: κατά πόσο μπορούσαν τα παιδιά του να λάβουν μία αξιοπρεπή μόρφωση με την λιγότερη προς αυτόν επιβάρρυνση, πώς μπορούσε ο ίδιος να επωφεληθεί από το δίκτυο της κοινότητας, προκειμένου να εξασφαλίσει την ασφάλεια και την δουλειά του κ.ο.κ. Αμέτρητες περιπτώσεις οικονομικών αποκλεισμών σημειώθηκαν κατά τον Μακεδονικό Αγώνα, οι οποίοι ανάγκασαν χιλιάδες χωρικούς να αλλάξουν στρατόπεδο, συνήθως πάνω από μία φορά. Πέρα από τους οικονομικούς αποκλεισμούς, σημαντικό ρόλο έπαιζαν τα αντάρτικα σώματα. Στην περίπτωση των Άνω Ποροΐων, η ρουμανική κοινότητα αριθμούσε περίπου σε 70 οικογένειες πριν το 1907. Όταν κατά το 1907 το ελληνικό ένοπλο σώμα του Στέργιου Βλάχμπεη έδρασε στην περιοχή, η ρουμανική κοινότητα διαλύθηκε. Όταν πάλι μετά το Σύνταγμα των Νεότουρκων η περιοχή του Μπέλες απαλλάχθηκε από την δραστηριότητα του Βλάχμπεη, η ρουμανική κοινότητα εμφανίστηκε και πάλι με 352 άτομα το 1910 [Χαλκιόπουλος, σ. 55], και με 450 το 1912, σύμφωνα με στοιχεία του ελληνικού στρατού.

Μια στατιστική από τις πολλές εκείνης της περιόδου, διενεργηθείσα λίγο πριν τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο το 1912. Για τα Άνω Πορόια αναφέρονται τα εξής: 1050 Έλληνες, με υποσημειώση ότι είναι Βλαχόφωνοι, εκ  των οποίων 450 Ρουμανίζοντες. 2500 Βούλγαροι "σχισματικοί" (δηλ. εξαρχικοί) - όλοι οι σλαβόφωνοι του δυτικού καζά (περιφέρειας) του Σιδηροκάστρου ανήκαν από τα τέλη του 19ου αιώνα στην εξαρχία με εξαίρεση του Ντερβέντ τσιφλίκ (σημερινό Ακριτοχώρι) - και 450 Μουσουλμάνοι. ΠΗΓΗ: Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, Στατιστικοί Πίνακες πληθυσμού κατ' εθνικότητας των νομών Σερρών και Δράμας, Αθήνα, 1919, σ. 10.

    Η ελληνική πλευρά προσπάθησε να παρουσιάσει την ρουμανική κοινότητα των Άνω Ποροΐων ως αριθμητικά ισχνή. Η προσπάθεια αυτή είναι εμφανής στα αντίστοιχα "στατιστικά" της εποχής. Για παράδειγμα, ενώ είναι γνωστό ότι από ελληνικές πηγές ότι το 1905 20 οικογένειες επιπλέον οικογένειες εντάχθηκαν στην ρουμανική κοινότητα των Άνω Ποροΐων, ο Δημήτριος Φιλιππίδης κάνει λόγο για μόλις 75 "Ρουμανιστές, εν Άνω Ποροΐοις" [Φιλιππίδης Δημήτριος, Η Μακεδονία, Αθήνα, 1906, σ. 72]. Η παρακάτω στατιστική συγκριτικά είναι μάλλον η πιο αξιόπιστη για την εποχή της.


Ελληνίζουσες και Ρουμανίζουσες οικογένειες στη Μητροπολιτική περιφέρεια Μελενίκου. Στα Άνω Πορόια σημειώνονται 60 οικογένειες, στη Ράμνα 5, ενώ στη Κάτω (ή αλλιώς Μπαρακλή) Τζουμαγιά δεν υπάρχει καμία. ΠΗΓΗ: Οικουμενικό Πατριαρχείο, Επίσημα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηρής καταστάσεως, Εν Κωνσταντινουπόλει, 1906, σ. μστ'.
    Από το 1900, οπότε και δημιουργήθηκε η κοινότητα, υπήρχαν οικογένειες οι οποίες ανήκαν στην πατριαρχική κοινότητα του χωριού, δηλαδή στην ελληνική, αλλά έβλεπαν με θετικό μάτι την ένταξη στον αντίπαλη κοινότητα: Απλά, διότι πολλοί θεωρούσαν ότι εκεί ανήκουν. Έτσι, όταν η Πύλη εξέδωσε διάταγμα (ιραδέ) για την αναγνώριση των Βλάχων ως ξεχωριστού μιλλέτ μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, 20 οικογένειες επιπλέον εντάχθηκαν στην ρουμανική κοινότητα του χωριου. Αυτό το γεγονός φανερώνει την εκούσια επιλογή αυτών των οικογενειών, καθώς με την αναγνώριση των Βλάχων ως ξεχωριστό μιλλέτ, θεώρησαν πως θα είναι ελεύθεροι να δημιουργήσουν βλαχικές κοινότητες και θα έχουν το Οθωμανικό κράτος στο πλευρό τους. Παρά τις ανακρίβειες της νεότερης ελληνικής βιβλιογραφίας, ότι δήθεν η Πύλη με αυτή της την ενέργεια αποσκοπούσε στην αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου, ποτέ δεν άσκησε κάποιου είδους πίεση στους Βλάχους για την απόσχισή τους από τις πατριαρχικές (ελληνικές) κοινότητες.

ΥΠΟΥΡΓΙΚΟΣ ΤΕΣΚΕΡΕΣ 
ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΥΜΑΤΩΝ

Προς την Α. Παναγιότητα τον Πατριάρχην των ρωμαίων. 
Η Α. Υ. ο Πρωθυπουργός εκοινοποίησε δι' υψηλού τεσκερέ ότι, επί τη αιτήσει των βλάχων, υπηκόων οθωμανών, όπως προφυλάξωσι τον εθνισμό αυτών, διδάσκοντες μεν εν ταις σχολαίς αυτών δια της ιδίας αυτών γλώσσης και λειτουργούντες εν ταις εκκλησίαις αυτών δι' ιδίων αυτών ιερέων και εν τη εθνική επίσης γλώσση, εκλέγοντες δε και αυτοί μουχτάρας, όπου εν πλειονοτήτι κατοικούσι, καθώς και υπό των άλλων εθνοτήτων διορίζονται τούτοι, εγένετο σκέψις εν τω Υπουργικώ Συμβουλίω, καθ' ην απεφασίσθη ίνα, επειδή κατά την άλλως τε υπό του κράτους παραδεδεγμένην θεμελιώδη αρχήν το κράτος φέρεται εξ ίσου προς πάσας τα διαφόρους εθνότητας, ανατέθη τω Υπουργείω των Εσωτερικών να κοινοποιήση τω Επιθεωρητή των Ευρωπαϊκών Νομών του Κράτους και τοις Νομάρχαις, οις δει, όπως, υπό τον όρον του να μη επέλθη προσβολή εις την από του Πατριαρχείου εξάρτησιν των βλάχων, μη εμποδίζωνται ούτοι εις την δι' ιδίων ιερέων εν τη εθνική αυτών γλώσση λειτουργίαν και εις την εν τοις ιδίοις αυτών σχολείοις δια της γλώσσης αυτών διδασκαλίαν, επιτράπη δ' αυτοίς να διορίζωσιν ιδιαιτέρους μουχτάρας, συνωδά τοις υφισταμένοις νόμοις, και μη κωλύωνται μεν οι διδάσκαλοι και οι επόπται, ους θέλουσι διορίζει εις τα σχολεία αυτών, από της εκπληρώσεως του καθηκόντος αυτών, η κοινότης όμως αποτείνηται δι' αυτούς προς το Αυτοκρατορικόν Υπουργείον της Παιδείας, συνωδά τη τάξει, εις δε τας εκλογάς των μελών του Διοικ. Συμβουλίου εισάγωνται και οι βλάχοι, και ότι η απόφασις αυτή, υποβληθείσα τω Άνακτι, έτυχε της αυτοκρατορικής κυρώσεως.
Εφ' ω προάγομαι ινά φέρω εις γνώσιν της Υμετέρας Παναγιότητος τα άνω. 
Τη 18 Ρεβιουλεββέλ 1323 = 10 Μαϊου (1321) 1905 
Ο Υπουργός ΑΒΔΟΥΡΑΧΜΑΝ 

ΠΗΓΗ: Οικουμενικό Πατριαρχείο, Επίσημα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηρής καταστάσεως, εν Κωνσταντινουπόλει, 1906, σ. 100. 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

Βιβλιογραφία:
Aργυρόπουλος Περικλής Α., Απομνημονεύματα, Ο Μακεδονικός αγώνας, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1957.
Βλάχος Ιωάννης, "Ο Μακεδονικός Αγών εις την περιοχήν Μελενίκου (Εκθέσεις Μητροπολιτών Ειρηναίου και Αιμιλιανού)", Σερραϊκά Χρονικά, τομ. Η', Αθήνα, 1979, σ.  83-154.
Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, Στατιστικοί Πίνακες πληθυσμού κατ' εθνικότητας των νομών Σερρών και Δράμας, Αθήνα, 1919.
Ζιώγας Παναγιώτης Χρ., Άνω Πορόια - Γενεαλογίες και εικόνες, Θεσσαλονίκη, 2005.
Ζιώγας Παναγιώτης Χρ., Γεώργιος Μ. Παπαηλιάκης και Άνω Πορρόϊα Σερρών, Θεσσαλονίκη, 2015.
Κατσάνης Ν. - Ντίνας Κ., Οι Βλάχοι του Νομού Σερρών και της Ανατολικής Μακεδονίας. Γενική εισαγωγή, Βλάχοι Ανατολικής Μακεδονίας, Οικισμοί νομού Σερρών, Επαγγέλματα, Ενδυμασία, Τραγούδια, Σέρρες, 2008.
Λαούρδας Β. - Πέννας Π., "Ο Μακεδονικός Αγών εις την περιοχήν των Σερρών κατά το 1907 (Εκθέσεις του προξένου Σαχτούρη)", Σερραϊκά Χρονικά, τομ. Γ', Αθήνα, 1959, σ. 4-143.
Μπάκας Ιωάννης Θ., Ο ελληνισμός και η μητροπολιτική περιφέρεια Μελενοίκου 1850-1912, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2003.
Οικουμενικό Πατριαρχείο, Επίσημα έγγραφα περί της εν Μακεδονία οδυνηρής καταστάσεως, εν Κωνσταντινουπόλει, 1906.
Πέννας Πέτρος Θ., Ιστορία των Σερρών από της αλώσεως αυτών υπό των Τούρκων μέχρι της απελευθερώσεως των υπό των Ελλήνων (1363-1913), Εκδ. δευτέρα βελτιωμένη και επηυξημένη, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρία Σερρών-Μελενίκου, Αθήναι, 1966.
Πέννας Πέτρος Θ., Τα Άνω Πορόια Σερρών. Το διαμάντι του Μπέλλες, Ιστορία και Λαογραφία, Ιστορική και Λαογραφική Εταιρεία Σερρών - Μελενίκου, Αθήνα, 1989.
Φιλιππίδης Δημήτριος, Η Μακεδονία, Αθήνα, 1906.

Kanchov Vasil, Makedonya, Etnografiya i Statistika (Μακεδονία. Εθνογραφία και Στατιστικά), Sofya, 1900.
Minov Nikola, Vlashkoto Prashanye i Romanskata propaganda vo Makedonya (Το βλαχικό ερώτημα και η ρουμανική προπαγάνδα στη Μακεδονία), Skopje, 2013.
Picot M. E., Les Roumains de la Macedoine (Οι Ρουμάνοι της Μακεδονίας), Paris, 1875.
Romanski St., "Makedonskite Romani" (Οι Μακεδονο-ρωμάνοι), στο Makedonski Pregled, Godina I, kniga 5-6, Sofiya, 1925, σ. 63-96.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου