Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Εισαγωγή

 Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

   Όπως πρόκειται να παρουσιαστεί λεπτομερέστατα στις επόμενες σελίδες, η περιοχή μεταξύ των βουνών Μπέλες και Κρουσσίων κατοικούνταν στη συντριπτική της πλειοψηφία από μη ελληνικούς πληθυσμούς. Οι Μουσουλμάνοι ήταν αποτελούσαν τουλάχιστον το 50% των κατοίκων, ενώ οι εξαρχικοί Σλάβοι (βουλγαρίζοντες) ακολουθούσαν με μικρή διαφορά. Οι Έλληνες και ελληνίζοντες της περιοχής κυμαίνονταν συνολικά περίπου στο 10 %, δηλαδή με 2.000 άτομα, σε ένα συνολικό πληθυσμό μεταξύ 18.500 - 20.000 ατόμων. 
   Η σλαβική και τουρκική υπεροχή παρατηρείται από το πλήθος σλαβικών και τουρκικών αντίστοιχα τοπωνυμίων σε όλη τη περιοχή. Τοπωνύμια όπως: Σοκόλοβο, Σταρόσοβο, Πορόι, Λιπός, Τοντόροβο, Μπέλες, τραπ, Μπούτκοβο, Κρούσσια είναι σλαβικές λέξεις, οι οποίες φανερώνουν πως πριν την έλευση των Μουσουλμάνων (14ος-15ος αιώνας) και Βλάχων (αρχές 19ου αιώνα), ο πληθυσμός του Μπέλες ήταν αμιγώς σλαβικός και δεχόταν πολιτιστική επιρροή από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η γλώσσα αυτών των ανθρώπων, όπως διασώθηκε στην μνήμη ορισμένων απόγονων από σλαβόφωνους που παρέμειναν στην ελληνική επικράτεια, σκιαγραφούν μια γλώσσα σχεδόν ταυτόσημη με τη σημερινή των Σκοπίων, στα πλαίσια δηλαδή της σλαβομακεδονικής γλώσσας, όπως αυτή διασώζεται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως η Φλώρινα, η Καστοριά, η Έδεσσα. Με τον όρο ''σλαβομαεκδονική γλώσσα, εννοώ τη σλαβική γλώσσα που ομιλούνταν τον προηγούμενο αιώνα στην ευρύτερη περιοχή της Μακεδονίας και ανήκει στην οικογένεια των Νοτιοσλαβικών γλωσσών. Το ότι σλάβοι κατοικούσαν σε αυτά τα μέρη αποδεικνύεται και από τη παράδοση τους, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και το Κράλη Μάρκο, ένα Σέρβο ηγεμόνα που αντιστάθηκε στους Οθωμανούς στη περιοχή της σημερινής Π.Γ.Δ.Μ.. 
   Από την άλλη μεριά, ονόματα όπως: Αλασλή, Πάλμες, Μπουγιουκλή, Κεσετζί Τσιφλίκ, καρά τοπράκ, τσαλί, Ντελή Χασάν (μαχαλά), καρά τεπέ, Μαχμουτλή, Ανατολού, τα οποία συναντώνται κυρίως στο δυτικό τμήμα πλησίον του σημερινού Νομού Κιλκίς, δείχνουν μια έντονη τουρκική παρουσία σε αυτά τα μέρη. Δυστυχώς, δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε πολλά παραπάνω από απλά στατιστικά μερικών Μουσουλμανικών πληθυσμών, καθώς οι Βούλγαροι περιηγητές, απέφευγαν να επισκεφθούν αυτά τα χωριά. Το σίγουρο είναι ότι υπήρχε τζαμί σε καθένα από αυτά. Επίσης, σε ορισμένα από αυτά οι κάτοικοι ήταν σλαβόφωνοι μουσουλμάνοι και σε άλλα τουρκόφωνοι. Για παράδειγμα, στο χωριό Σοκόλοβο (μετέπειτα Παραπόταμος) γνωρίζουμε ότι κατοικούσαν Μουσουλμάνοι. Μπορεί, όμως, να τεθεί η υπόθεση ότι οι κάτοικοί του ήταν σλαβόφωνοι Μουσουλμάνοι, δηλαδή ''Πομάκοι'', όρος που επικράτησε στα χώρια της Οθωμανικής περιόδου και παρέπεμπε σε αυτή ακριβώς τη πληθυσμιακή ομάδα, χωρίς να σημαίνει ότι όλοι οι Πομάκοι έχουν κοινή ρίζα. Το ίδιο το όνομα του χωριού οδηγεί κάποιον σε αυτή την υπόθεση. ''Σόκολ'' στα σλάβικα της περιοχής, όπως και στα σλάβικα των Σκοπίων, σημαίνει γεράκι. Αντίστοιχα, Σοκόλοβο θα μπορούσε να σημαίνει ''γεράκοβο'' ή ''γερακαριό''. Στοιχεία για σλαβόφωνους Μουσουλμάνους υπάρχουν μόνο για το χωριό Πάλμες (μετέπειτα Καστανούσα), από τον Βούλγαρο περιηγητή Στρέζοφ το 1891.

Οι σλαβικές διάλεκτοι στη περιοχή της Μακεδονίας (Σλαβομακεδονική Γλώσσα)

   Παρόλο που, όπως φαίνεται, οι Έλληνες αποτελούσαν μια μικρή μειονότητα, κρατούσαν μεγάλο μέρος του εμπορίου στα χέρια τους, με βασικό κεφαλοχώρι τα Άνω Πορρόια. Γενικά στη περιοχή υπήρχαν παζάρια σε ορισμένα χωριά (Άνω & Κάτω Πορρόια, Κερκίνη, Σταυροδρόμι κ.ά.) στα οποία, όπως μας πληροφορούν οι εκάστοτε Βούλγαροι περιηγητές, μπορούσε κανείς να βρεί τρόφιμα, ψάρια, ζωοτροφές (σιτάρι, κριθάρι, σίκαλη, βρώμη), είδη καλαθοπλεκτικής, καπνό, ''αφιόν'' (όπιο), μετάξι, άνθρακα και πολλά άλλα προϊόντα, τα οποία παράγονταν στη περιοχή, και οι ίδιοι οι κάτοικοι έφερναν στις αγορές προκειμένου να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. 
   Η εκπαίδευση εκείνη τη περίοδο βρισκόταν σε πολύ καλά επίπεδα, σε σχέση με αυτά της εποχής. Σχεδόν τα μισά εξαρχικά χωριά διέθεταν από ένα σχολείο και τα περισσότερα από μία εκκλησία. Ενώ, όμως, μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα, όλες οι εκκλησίες υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι Σλάβοι επηρασμένοι από τη βουλγαρική αφύπνιση, προσχώρησαν μαζικά προς την Εξαρχία και σε ορισμένα χωριά οι εκκλησίες τους αποσχίστηκαν από το κατευθυνόμενο από Έλληνες, Πατριαρχείο. Τότε πολλά από τα ελληνικά σχολεία σε εξαρχικά σλαβόφωνα χωριά, μετατράπηκαν σε βουλγαρικά. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι υπήρχαν σε όλη τη Μακεδονία, πριν από τον 20ο αιώνα ελληνικά σχολεία σε σλαβικά χωριά, καθώς η ελληνική γλώσσα αποτελούσε το βασικό κριτήριο για κάποιον που επιθυμούσε να σπουδάσει ή ακόμα να ασχοληθεί με το εμπορίο. Επιπλέον, στις εκκλησίες που χτίστηκαν πριν τη δημιουργία της Εξαρχίας, η λειτουργεία στα ελληνικά συνεχίστηκε παρά τους εκάστοτε μη ελληνικούς πληθυσμούς, εκτός εάν η αρχή της εκκλησίας παραχωρούσε το ναό στην Εξαρχία, πράξη την οποία πολλές φορές επεδίωκαν οι κομιτατζήδες. Πάντως, ελληνικά σχολεία υπήρχαν στο Σταρόσοβο, το Μπούτκοβο, το Ντελή Χασάν, το Λιπός και κυρίως στα Άνω Πορρόια. Αυτά τα ελληνικά σχολεία λάμβαναν κατά καιρούς εμβάσματα από το ελληνικό προξενείο των Σερρών από διάφορους συλλόγους της κυρίως Ελλάδος αλλά και της οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Συγκεκριμένα, στα Άνω Πορρόια υπάρχει ελληνικό σχόλειο από το 1819, λίγο καιρό, δηλαδή, μετά την έλευση των Βλάχων στο χωριό. Κατα τη διάρκεια του 19ου αιώνα χτίστηκε παρθεναγωγείο. Σε αυτό το χωριό λειτούργησε για μερικά χρόνια ρουμανικό σχολείο, στα πλαίσια της ρουμανικής προπαγάνδας, το οποίο βέβαια έκλεισε το 1913 ελλείψει μαθητών.

 ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 20ΟΥ ΑΙΩΝΑ

   Στις δεκαετίες του 1910 και 1920 συμβαίνουν τρία σημαντικά και ταυτόχρονα τραγικά γεγονότα που επρόκειτο να επηρεάσουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την πληθυσμιακή δόμη του Μπέλες.
  1. Μακεδονικός Αγώνας (κορυφώνεται στις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι το 1908, συνεχίζεται με μέτριους ρυθμούς μέχρι το 1912 και μετά με χαμηλούς ρυθμούς μέχρι το 1925)
  2. Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913)
  3. Α' Παγκόσμιος Πόλεμος (1916 -1918, όπως διεξήχθη στη περιοχή)
  4. Επεισόδιο του Πετρίτς (1925)
  5. Σύμβαση της Λωζάνης (Ιανουάριος 1923), περί υποχρεωτικής μετανάστευσης Μουσουλμάνων υπηκόων της Ελλάδας και Ελλήνων Ορθοδόξων κατοίκων της Τουρκίας.
Μακεδονικός Αγώνας
   Ως Μακεδονικός Αγώνας, ορίζεται η ένοπλη σύγκρουση ελληνικών, τουρκικών και βουλγαρικών συμμοριών αλλά και της τουρκικής χωροφυλακής στις περιφέριες της Μακεδονίας και κυρίως ο ανταγωνισμός των δύο παραπάνω ομάδων (Ελλήνων & Βουλγάρων) για την επικράτηση στη Μακεδονία και τον προσεταιρισμό των Σλάβων κατοίκων της, οι οποίοι κατά ένα μεγάλο μέρος ακολούθησαν τους Βούλγαρους. Βέβαια, θα μπορούσε να λεχθεί ότι κάθε πλευρά είχε τον Μακεδονικό της Αγώνα. Συνεπώς έχουμε τον βουλγαρικό μακεδονικό αγώνα, κατά τον οποίο συγκρούονται οι Βούλγαροι με την τουρκική χωροφυλακή πριν καν αρχίσει ο 20ος αιώνας και αργότερα, τον ελληνικό μακεδονικό αγώνα, στον οποίο οι ελάχιστοι Έλληνες μακεδονομάχοι της περιοχής συγκρούονται με μικρά τμήματα βουλγαριζόντων μακεδονομάχων. Ο Μακεδονικός αγώνας στο Μπέλες, όπως γράφω παραπάνω, δεν είχε την γνωστή διάρκεια των πέντε χρόνων (1904-1908), αλλά τα όριά του διευρύνονται σε μεγάλο μέρος του χρόνου. Όπως γίνεται αντιληπτό, οι Βούλγαροι ξεκίνησαν αυτόν τον αγώνα στη περιοχή κατά των Τούρκων, μιας που οι Έλληνες τότε ήταν μια απλή μειονότητα που ζούσε στα Άνω Πορρόια (Βλάχοι), στη Κερκίνη (Πατριαρχικοί Σλάβοι) και με μερικές οικογένειες διάσπαρτες στα υπόλοιπα χωριά. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η δράση του Αλέξη των Πορροΐων (Αλέξο Νικολόφ Μάλτσεφ), μεγάλου και θαραλέου κομιτατζή από τα Κάτω Πορρόια. Είχε διεξάγει συνολικάω 19 μάχες κατά της Τουρκικής χωροφυλακής στην ευρύτερη περιοχή από το 1895, οπότε εισήχθη στην ΕΜΕΟ, μέχρι το 1903, οπότε σκοτώθηκε. Παρόμοια δράση είχε αναπτύξει ο Ντόντσο Ζλάτκοφ, ο οποίος παρόλο που καταγόταν από ένα χωριό της σημερινής Βουλγαρίας, μεγάλο μέρος των ανταρτών του το αντλούσε από χωριά της περιοχής, κυρίως Πλατανάκια και Μακρυνίτσα. Η ημερομηνία που πέθανε ο Αλέξη των Πορροΐων δεν ανήκει στη περίοδο του ελληνικού Μακεδονικού Αγώνα, ο οποίος ακολούθησε με λιγότερες επιτυχίες. Από τα στοιχεία που υπάρχουν είναι γνωστό ότι οι Έλληνες Μακεδονομάχοι στη περιοχή ήταν μόλις 13 με 8 από τα Άνω Πορρόια, 3 από τη Κερκίνη, 1 από τη Λιβαδιά και 1 από τα Κάτω Πορρόια, ενώ οι βουλγαρίζοντες αντάρτες ήταν τουλάχιστον δεκαπλάσιοι (περίπου 130 άτομα). Ένας αρχηγός ολιγόμελης τσέτας ήταν ο Εμμανουήλ Βασιλείου από τα Άνω Πορρόια. Το σώμα του ήταν το πρώτο που έδρασε στη περιοχή και δυστυχώς είχε πενιχρά αποτελέσματα, μιας που δεν μπόρεσε να συμφιλιωθεί με ένα άλλο ελληνικό σώμα, αυτό του Ηπειρώτη Γ. Κωνσταντίνου ή Καπετάν Τζάμη που δρούσε στη περιοχή. Είναι σίγουρο πως σε κάποιες περιόδους του ελληνικού μακεδονικού αγώνα το σώμα του Στέργιο Βλάχμπεη δραστηριοποιήθηκε στη περιοχή. Είτε αυτό, είτε κάποια άλλα, άσκησαν τρομοκρατία στα χωριά κοντά στα ανατολικά όρια της περιοχής (Τζαφερλή και Λιπόσι), κοντά, δηλαδή, στα Πατριαρχικά χωριά, όπου υπήρχαν ελληνικές τσέτες. Είναι γνωστό, ότι οι Μακεδονομάχοι που δρούσαν στη περιοχή, συνεδρίαζαν στη Μονή Μπουτκόβου (Αγίου Γεωργίου Τριμόρφου), λίγο βόρεια από το χωριό Ντελή Χασάν, στις πρόποδες των Κρουσσίων. Ο ισχυρισμός οτι δεν έληξαν οι συγκρούσεις μετά το 1908 και μετά το 1912 αποδεικνύεται από πλήθος εγγράφων. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Γκόγκο Κάιοφ, ή Κεχάιοβ, από τα Πλατανάκια, ο οποίος απέκτησε δύναμη σαν εξαρχικός οπλαρχηγός μετά το κίνημα των Νεότουρκων. Ακόμη και μετά την ενσωμάτωση της ελληνικής Μακεδονίας στην Ελλάδα, οι Βούλγαροι και βουλγαρίζοντες το αμφισβητούσαν και οργάνωναν δολιοφθορές ακόμη και δολοφονίες σε Έλληνες χωροφύλακες και κατοίκους. Συγκεκριμένα, αντλούσα πληροφορίες από αγρότες ή βοσκούς, τους οποίους πλησίαζαν, καθώς ήταν μεμονωμένα άτομα και ρωτούσαν συνήθως υπό την απειλή του όπλου. Μία τέτοια ομάδα, αποτελούνταν από 3 κατοίκους που ζούσαν στη περιοχή πριν το 1918. Ένας ήταν από τα Άνω Πορρόια (Γ. Γκάιτζεφ) ένας από το Ντελή Χασάν (Τομά Γκότσεφ) και ένας από το Κεσετζί Τσιφλίκ (Τάντσο Γκεγκοφ). Αυτοί ανέλαβαν δράση το 1919 και περιόδευαν στα χωριά, μέχρι τις 8 Νοεμβρίου 1922, οπότε σκοτώθηκαν σε ενέδρα. Η δράση των κομιτατζήδων αυτών υπολογίζεται να σταμάτησε το 1925 οπότε συμβαίνει το επεισόδιο του Πετρίτς, το οποίο θα εξηγηθεί παρακάτω.

Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913)
   Το 1912 η κάθοδος των Βουλγαρικών στρατευμάτων στη περιοχή δεν επηρέασε το σλαβικό στοιχείο, αλλά κυρίως το Μουσουλμανικό. Όπως γνωρίζουμε γενικά από ελληνικές πηγές, οι Βούλγαροι στρατιώτες επιδόθηκαν σε πάμπολλες καταστροφές εις βάρος των περιουσιών των Μουσουλμάνων. Αντίθετα, οι Έλληνες δεν στράφηκαν, φανερά τουλάχιστον, εναντίον των Μουσουλμάνων του Μπέλες καθώς όταν ο ελληνικός προέλαυνε στη περιοχή (Ιούλιος του 1913), ήταν σύμμαχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το 1912, χωριά όπως το Μπουγιουκλή, το Γιαχανλή, το Τοντόροβο και ορισμένα ακόμα, είτε ερημώθηκαν, είτε ο πληθυσμός τους υπέστησε σοβαρή μείωση. Μετά την ήττα των Βουλγάρων στον Α' Βαλκανικό, τα ελληνικά στρατεύματα έφθασαν στο Μπέλες και εξαπέλυσαν μια μανία εναντίον του φιλοβουλγαρικού στοιχείου. Κορύφωση αυτής της μανίας αποτελεί η πυρπόληση των Άνω & Κάτω Πορροΐων στις 9 Ιουλίου 1913, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία μιας μάζας σλάβων προσφύγων που άγγιζε τα 2.000 άτομα, μαζί με τους οποίους άλλοι 320 Μουσουλμάνοι μόνο από τα δύο παραπάνω χωριά. Άλλοι 1.000 περίπου εξαρχικοί προέρχονταν από τα υπόλοιπα χωριά. Οι πρόσφυγες από τους 2 Βαλκανικούς πολέμους υπολογίζονται στους εξής:

Τοντόροβο: 200 Εξαρχικοί, 50 Μουσουλμάνοι
Από τα υπόλοιπα χωριά της μετέπειτα κοινότητας Ανατολής υπολογίζονται περίπου σε άλλους 130. (Συνολικά: 200 Εξαρχικοί, 180 Μουσουλμάνοι)

Πάλμες: 200 Σλαβόφωνοι Μουσουλμάνοι
Γκλάμποφτσα: 50 Μουσουλμάνοι (Συνολικά: 250 Μουσουλμάνοι)

Κάτω Πορρόια: 450 Εξαρχικοί, 280 Μουσουλμάνοι
Κεσετζί Τσιφλίκ: 100 Εξαρχικοί (Συνολικά: 550 Εξαρχικοί, 280 Μουσουλμάνοι)

Μπούτκοβο: 15 Εξαρχικοί, 35 Μουσουλμάνοι
Σταρόσοβο: 30 Πατριαρχικοί, 120 Εξαρχικοί
Ντελή Χασάν: 30 Εξαρχικοί
Κιουλαχλή: - (Σύνολο, 165 Εξαρχικοί, 35 Μουσουλμάνοι, 30 Πατριαρχικοί)

Άνω Πορρόια: 1500 Εξαρχικοί, 45 Μουσουλμάνοι, μερικοί Ρουμανίζοντες
Τζαφερλή: 40 Εξαρχικοί
Λιπός: 150 Εξαρχικοί, 60 Ρουμανίζοντες
Τοντορίτσι: 45 Εξαρχικοί, 20 Μουσουλμάνοι (Σύνολο: 1735 Εξαρχικοί, 65 Μουσουλμάνοι, 60 Ρουμανίζοντες)

Μάντνιτσα: 120 Εξαρχικοί

Σούγκοβο: 100 Εξαρχικοί, 100 Μουσουλμάνοι

Τζούμα Μαχαλα: 105 Εξαρχικοί και 80 Μουσουλμάνοι
Τσαΐρ Μαχαλά: 30 Εξαρχικοί, 50 Μουσουλμάνοι (135 Εξαρχικοί, 130 Μουσουλμάνοι)
Σοκόλοβο: Δεν υπάρχουν στοιχεία
Ραντίλα: 80 Μουσουλμάνοι
Γιαχανλή: Δεν υπάρχουν στοιχεία
Μπουγιουκλή: Το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς στους Βαλκανικούς, τουλάχιστον 50 Μουσουλμάνοι
Σιδηροδρομικός Σταθμός Κάτω Πορροΐων: - (Συνολικά: πάνω από 130 Μουσουλμάνους)

Γενικό σύνολο: 3005 Εξαρχικοί, 1170 Μουσουλμάνοι, 30 Πατριαρχικοί, 60 Ρουμανίζοντες,
Σύνολο προσφύγων: 4265 πρόσφυγες

   Όντως, ένα μέρος των Μουσουλμάνων είχε εγκαταλείψει τις εστίες του πολύ πριν το 1923. Αυτός ήταν και ο λόγος που η τουρκική διοίκηση επεδίωξε η Σύμβαση περί υποχρεωτικής ανταλλαγής να λειτουργεί αναδρομικά, ώστε να περιλαμβάνει όλους τους Μουσουλμάνους πρόσφυγες που προέκυψαν από την αρχή του Α' Βαλκανικού πολέμου, δηλαδή την 18η Οκτωβρίου 1912. Ο λόγος, δε, που ήταν υποχρεωτική η Σύμβαση βασίζεται στην αναποτελεσματικότητα της Συνθήκης του Νειγύ. Εάν δει κάποιος τις ημερομηνίες που υποβλήθηκαν οι αιτήσεις για εθελούσια μετανάστευση προς τη Βουλγαρία, παρατηρεί πως μέχρι το 1924 οι αιτήσεις ήταν ελάχιστες. Μόνο μετά το 1924, υπό την πίεση των προσφύγων και ορισμένων ελληνικών συμμοριών που πίεζαν τους βουλγαρίζοντες, οι αιτήσεις αυξάνονται κατακόρυφα. Πιθανότατα, οι πιέσεις των Τούρκων από το 1914 εις βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας να είναι αντίποινα της κακομεταχείρισης των Μουσουλμάνων προσφύγων που τελικά κατέφευγαν εκεί από τις ελληνικές περιοχές.

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος
   Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν έλαβε χώρα στη περιοχή το ίδιο έτος που ξεκίνησε αλλού (1914), αλλά το 1916 όταν οι βουλγαρικές δυνάμεις εισέβαλαν στο Μπέλες και κατέλαβαν τα περισσότερα από τα χωριά νοτίως του όρους, ενώ η ελληνική επικράτεια ξεκινούσε από το νότιο μέρος της Λίμνης Κερκίνης και εκτεινόταν σε όλη τη Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, μιας που η Ανατολική είχε καταληφθεί νωρίτερα από δυνάμεις τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, Βουλγαρία & Αυστρο-Ουγαρία). Ορισμένες φωτογραφίες δείχνουν Βούλγαρους στρατιώτες στα Άνω & Κάτω Πορρόια, όπου έχουν πιάσει μια ομάδα Ιταλών αιχμαλώτων, κατόπιν μιας ήττας της Αντάντ στη περιοχή. Όταν οι Βούλγαροι στρατιώτες εισήλθαν στα Άνω Πορρόια, οι 1000 περίπου βουλγαρίζοντες του  χωριού τους υποδέχθηκαν θερμά. Λίγο αργότερα εγκαταστάθηκε μια ομάδα στρατιωτών στο χωριό. Όταν, μετά από λίγα χρόνια οι Κεντρικές Δυνάμεις έχασαν τον πόλεμο, οι Βούλγαροι στρατιώτες έφυγαν και οι βουλγαρίζοντες τους ακολούθησαν. Αυτό ήταν το χωριό του Μπέλες, από το οποίο έφυγαν οι περισσότεροι πρόσφυγες κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Συνολικά οι πρόσφυγες του Α' Παγκοσμίου πολέμου από τα χωριά αυτά υπολογίζονται περίπου σε 4100, οι μισοί εκ των οποίων ήταν Μουσουλμάνοι.

Το επεισόδιο του Πετρίτς


Έλευση των Ελλήνων προσφύγων
  Οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στα εκάστοτε χωριά από την ΕΑΠ μέχρι το 1928 παρουσιάζουν μια διαφορά με τον αριθμό των κατοίκων που αναφέρονται σε αυτά από την απογραφή του 1928. Σε όλα τα χωριά, εκτός από το Κορυφούδι, ένα ποσοστό γύρω στο 15% επί του τελικού αριθμού, προσετέθη και αποτελούταν από περιπλανώμενους πρόσφυγες, οι οποίοι έψαχναν ένα μέρος με τις κατάλληλες συνθήκες για να εγκατασταθούν. Για παράδειγμα, ενώ στη Καστανούσα εγκαταστάθηκαν από την ΕΑΠ στο χωριό 512 άτομα μέχρι το 1928, στην απογραφή του ίδιου έτους το χωριό αριθμούσε σε 610 άτομα. Δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι υπόλοιποι 98 ήταν ντόπιοι, καθώς οι ντόπιοι ήταν Μουσουλμάνοι και αποχώρησαν μαζικά πριν την έλευση των προσφύγων. Συν τοις άλλοις, στα έγγραφα της ΕΑΠ η Καστανούσα είναι εγγεγραμμένη ως ένα αμιγώς προσφυγικό χωριό. Δεν μπορεί, επίσης, να υποστηριχθεί ότι πρόκειται για λάθος στην απογραφή, μιας που το ίδιο φαινόμενο συμβαίνει σε όλα τα χωριά, δίνοντας έτσι την ευκαιρία να παρατηρηθεί ότι ένα μέρος των αστών προσφύγων, μετά την εγκατάστασή τους προτίμησαν να μετακινηθούν στην ύπαιθρο, πιθανότατα προκειμένου να επωφεληθούν τις παροχές που τους εξασφάλιζε η ΕΑΠ ή για λόγους εύρεσης ευνοϊκότερης εργασίας. Το παραπάνω φαινόμενο σημειώνεται ως εξής:
''Η εγκατάσταση των προσφύγων δεν έγινε πάντοτε σύμφωνα με την παραπάνω λογική, ούτε ακολούθησε σε όλες τις περιπτώσεις την κρατική αντίληψη και επιταγή. Η κινητικότητα των προσφύγων υπήρξε μεγάλη, ιδιαίτερα κατά τα πρώτα χρόνια. Οι πρόσφυγες γύριζαν από περιοχή σε περιοχή προκειμένου να βρουν το μέρος με τις καλύτερες συνθήκες για εγκατάσταση. Πολλοί πρόσφυγες, αν και δεν ήταν γεωργοί, είχαν δεχτεί ή ζητήσει να αποκατασταθούν ως αγρότες για να επωφεληθούν από τα δάνεια και τις παροχές της ΕΑΠ. Άλλοι πάλι μετακινούνταν προς τα αστικά κέντρα με σκοπό να παρουσιαστούν ως ''αστοί'' και να πάρουν με αυτόν τον τρόπο την αποζημίωση που δινόταν στους αστούς ανταλλάξιμους.'' 
   Όπως προκύπτει από έρευνα πάνω στους ντόπιους και τους πρόσφυγες κατοίκους, οι ντόπιοι ήταν μόλις 2175 σε συνολικό πληθυσμό 9895 κατοίκων των 28 χωριών μετά την απογραφή του 1928. Εξ αυτών τουλάχιστον οι 2000 ήταν Έλληνες και ελληνίζοντες καθώς υπάρχει και ένα μικρό μέρος βουλγαριζόντων που παρέμειναν στη περιοχή. Από την άλλη, το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων ήταν ποντιακής καταγωγής. Φαίνεται να ίσχυσε ένας άτυπος κανόνας σχετικά με την εγκατάσταση των προσφύγων σε κάθε χωριό. Για άγνωστους λόγους παρατηρείται η εγκατάσταση Ποντίων προσφύγων σε πρώην μουσουλμανικά χωριά και Θρακιωτών σε πρώην βουλγαρικά χωριά.

 
   Παρακάτω παρουσιάζονται οι διάφορες εθνότητες που κατοικούσαν στη περιοχή:

Τουρκογενείς Μουσουλμάνοι: Αυτοί εγκαταστάθηκαν στη περιοχή κατά τον 14ο και 15ο αιώνα. Ήταν η πιο πολυπληθής ομάδα στο Μπέλες. Δυστυχώς, δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου πληροφορίες γι' αυτούς εκτός από από τα αμιγή χωριά. Για παράδειγμα, αναφέρεται από τον Στρέζοφ το 1891, ότι οι Μουσουλμάνοι των Κάτω Πορροΐων ήταν περίφανοι, πλακατζήδες και ότι προχωρούσαν σε αυθαιρεσίες κατά των χριστιανών. Πολλοί Μουσουλμάνοι μπέηδες είχαν υπό την ιδιοκτησία τους χωριά ολόκληρα, όπως ο μπέης Μεχμέτ Κεσετζί κατείχε το Κεσετζί Τσιφλίκ (μετέπειτα Σιδηροχώρι), ο μπέης (Ντελή) Χασάν κατείχε κατά τις αρχές του 19ου αιώνα το ομώνυμο χωριό, αλλά και ο Ανωπορροϊότης Εμίν μπέης κατείχε το ίδιο χωριό τουλάχιστον από το 1891 μέχρι το 1912. Μπορούμε, λοιπόν, να τους διαιρέσουμε σε δύο κατηγορίες: Στους εύπορους και τους φτωχούς Μουσουλμάνους. Συνήθως, οι εύποροι Μουσουλμάνοι κατοικούσαν στα Άνω και Κάτω Πορρόια, στο Σούγκοβο (Πλατανάκια) και τη Μάντνιτσα (Μακρυνίτσα), είχαν μεγάλες εκτάσεις και πολυτελή οικίες. Από την άλλη, οι πιο φτωχοί Μουσουλμάνοι κατοικούσαν στα υπόλοιπα χωριά. Το ότι δεν ήταν εύποροι γίνεται αντιληπτό από τις μικρές και απομονωμένες κατοικίες τους στις πρόποδες των δύο μεγάλων βουνών. Αμιγώς, στα χωριά Ραντίλα (Οδηγήτρια), Γκλάμποφτσα (Καλοχώρι), Μαχμουτλή (Πηγαδούλι), Μπουγιουκλή (Ραχωνάκι), Γιαχανλή (Ψηλοράχη), Ουσεμλή ή Ουσεμελή, Αλασλή (Ψυχρονέρι), Ανατολού (Ανατολή), Κιουλαχλή (Κορυφούδι) και Ερεσελή (Δρυς). Μεικτά, δε, στα χωριά Άνω & Κάτω Πορρόια, Ντελή Χασάν (Μοναστηράκι), Μπούτκοβο (Κερκίνη), Τοντορίτς (Θεοδωρίτσι), Τσαΐρ μαχαλά (Καλαμιές), Σούγκοβο (Πλατανάκια), Τοντόροβο (Θεοδώρειο) και Τζούμα Μαχαλά (Λιβαδιά). Εγκατέλειψαν τη περιοχή κατά καιρούς από τους πολέμους που προέκυψαν (Βαλκανικοί, Α' Παγκόσμιος) και όσοι απέμειναν μετανάστευσαν με τη Σύμβαση της Λωζάνης. Για άγνωστους λόγους παρατηρείται σε ορισμένα μικτά χωριά, όπως το Μπούτκοβο, το Ντελή Χασάν και τα Άνω Πορρόια οι Μουσουλμάνοι να μην αυξάνονται στη περίοδο 1891-1905.

''Πομάκοι'' ή αλλιώς σλαβόφωνοι Μουσουλμάνοι: Πρόκειται για ντόπιους σλάβους, οι οποίοι εξισλαμίστηκαν κατά τη περίοδο του 15ου αιώνα. Ζούσαν στα χωριά Πάλμες και Σοκόλοβο. Μόνο οι Πομάκοι της Καστανούσας ήρθαν σε επαφή με τον περιηγητή Γκεόργκι Στρέζοφ το 1891, αλλά από τότε ποτέ ξανά. Όπως προκύπτει από τις απογραφές μεταξύ των ετών 1913 και 1928, φαίνεται πως ένα μέρος αυτών εγκατέλειψαν τα χωριά τους, πιθανόν από φθορές που προκάλεσαν οι διάφορες πολεμικές συγκρούσεις ή φοβούμενοι τυχόν πιέσεις από το ελληνικό καθεστώς. Είναι πολύ σημαντικό να ξεκαθαριστεί ότι δεν επρόκειτο για μια φυλετική ομάδα με κοινή καταγωγή, όπως οι Πομάκοι της Θράκης. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, ο όρος Πομάκοι χρησιμοποιήθηκε κατά τη τουρκοκρατία και παρέπεμπε σε σλαβόφωνους Μουσουλμάνους. Η διαφορά των Πομάκων γενικά, με τους Πομάκους της Θράκης είναι ότι οι δεύτεροι αυτοπροσδιορίζονται ταυτόχρονα ως ''Αγριάνες'', ένα αρχαίο θρακικό φύλο, έλκωντας έτσι τη καταγωγή τους από αυτό. Οι Πομάκοι, οι οποίοι επιβιώνουν σήμερα στη Τουρκία, είναι ένα ανομοιογενές πλήθος, όπως ήταν και πριν από 100 χρόνια, που δεν έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους πέρα από τη μουσουλμανική θρησκεία και τη σλαβική γλώσσα.

Τσερκέζοι Μουσουλμάνοι: Οι Τσερκέζοι ή πιο ορθά Κιρκάσιοι, έφθασαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία κατά τα τέλη του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, τη δεκαετία του 1860 η πατρίδα τους, βορείως του Καυκάσου, καταλήφθηκε από τους Ρώσους. Αυτοί ήταν φανατικοί Μουσουλμάνοι και τοποθετήθηκαν από την οθωμανική διοίκηση σε περιοχές με χριστιανικό πληθυσμό (Μακεδονία, Αρμενία) ως μέσο ανταγωνισμού κατά των χριστιανών. Στη περιοχή του Μπέλες, το όνομα Τσερκέζος συναντάται σε μερικούς ανθρώπους, αλλά και ως έννοια, έχει επικρατήσει να σημαίνει τον εύπορο, ή πιο συγκεκριμένα τον έχοντα υπό την ιδιοκτησία του πολλές εκτάσεις. Συναντώνται μόνο στη Κερκίνη, από το 1891 μέχρι το 1928 και αριθμούσαν στα τέλη του 19ου αιώνα σε περίπου 250 άτομα.

Αθίγγανοι: Σύμφωνα με τη παράδοση, οι Αθίγγανοι έφθασαν στο Μπέλες κατά τον 16ο αιώνα, κατόπιν μεταφορά τους από τους Τούρκους ως δουλοπάροικους και με αρμοδιότητες σχετικά με την καλλιέργεια μεγάλων τσιφλικιών που ανήκαν σε Οθωμανούς. Η εικόνα της αθιγγανικής παρουσίας στην περιοχή των Σερρών γίνεται πιο καθαρή το 19ο αιώνα, όταν η βαθμιαία εξαφάνιση της παραγωγής του βαμβακιού και του ρυζιού, δηλαδή των δύο σημαντικότερων μονοκαλλιεργειών του κάμπου των Σερρών, οδήγησε στην αποσύνθεση των τσιφλικιών και στη συγκέντρωση της πλειοψηφίας του πληθυσμού στις ορεινές περιοχές. Τότε η Οθωμανική διοίκηση, στο πλαίσιο της προσπάθειας εκσυγχρονισμού και ανόρθωσης της φθίνουσας αγροτικής της οικονομίας, έλαβε δύο σημαντικά μέτρα, τα οποία είχαν άμεσο αντίκτυπο στη ζωή και στις δραστηριότητες των μελών των ρομικών ομάδων:

1) Με το πρώτο από αυτά, απελευθερώθηκαν όλοι οι δουλοπάροικοι της αυτοκρατορίας.

2) Ενώ με το δεύτερο, αναγνωρίστηκε η ιδιοκτησία επί τμημάτων της γης.

   Με τις αλλαγές αυτές, σημειώθηκαν μεγάλες μετακινήσεις των απελευθερωμένων (πρώην) δουλοπάροικων σ' ολόκληρη την Βαλκανική Χερσόνησο, με τις οποίες φαίνεται ότι συνδέεται και η άφιξη διάφορων ρομικών ομάδων στην περιοχή των Σερρών, τα μέλη των οποίων προήλθαν από τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Αλβανία αλλά και από άλλες περιοχές του ανατολικού τμήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως δείχνουν οι γλωσσικές διαφορές των νεοφερμένων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και σήμερα τα μέλη ορισμένων ρομικών ομάδων όχι μόνον δεν ομιλούν, αλλά ούτε καν γνωρίζουν τη Ρομανές, αλλά έχουν ως μητρική τους γλώσσα είτε τη Βουλγαρική, είτε την Τουρκική.
   Σ' ό,τι αφορά την χωρική τους εγκατάσταση, φαίνεται ότι ο κύριος όγκος των εν λόγω ομάδων κατευθύνθηκε προς τα τσιφλίκια του κάμπου των Σερρών, στα οποία έγιναν κολίγοι και παρακεντέδες (δούλοι). Άλλες ομάδες νεοφερμένων δημιούργησαν ξεχωριστούς οικισμούς κοντά στα τσιφλίκια, με τα οποία μέλη τους φαίνεται ότι διατηρούσαν μια χαλαρή και περιστασιακή/εποχιακή εργασιακή σχέση, ενώ παράλληλα καταγίνονταν με την καλαθοπλεκτική, δηλαδή με την κατασκευή κοφινιών και ψαθών, καθώς και με την συλλογή και την διάθεση των καλαμωτών. Τέλος, ορισμένα μέλη άλλων ομάδων, με μακρόχρονη παρουσία στην περιοχή, ασχολήθηκαν με τη διασκέδαση (μουσικοί, αρκουδιάρηδες, χειρομάντεις), με την επεξεργασία του σιδήρου και με τη συντήρηση διάφορων οικιακών μεταλλικών αντικειμένων
(γανωτές), με την αλιεία στη λίμνη του Αχινού και με τη συλλογή βαλτωδών προϊόντων. Θα πρέπει εδώ να τονιστεί, ότι στο νομό Σερρών φαίνεται ότι δραστηριοποιούνταν και ένας σημαντικός αριθμός νομάδων ρομικής προέλευσης στις αρχές του 20ου αιώνα. Αθίγγανοι συναντώνται στο Μπούτκοβο, το Ντελή Χασάν και το Τσαΐρ Μαχαλά. Στη πλειοψηφία τους ήταν Μουσουλμάνοι στο Μπέλες, καθώς ταυτίζονται στις περιγραφές των περιηγητών με Τούρκους.

Σλάβοι εξαρχικοί (Βουλγαρίζοντες) και Σλάβοι πατριαρχικοί (Ελληνίζοντες): Ενδεχομένως να προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι δεν αναφέρω την ύπαρξη Βουλγάρων και Σλαβόφωνων Ελλήνων, αλλά Σλάβων εξαρχικών και πατριαρχικών αντίστοιχα, σε αντίθεση με τη πλειοψηφία των ελληνικών και ξενόγλωσσων πηγών, που παρουσιάζουν την ιστορία της Μακεδονίας κατά τον 19ο και 20ο αιώνα. Στην ουσία, όμως, επρόκειτο για σλαβικές μάζες, οι οποίες κατοικούσαν από τον 7ο αιώνα στην ευρύτερη Μακεδονία, καθώς όπως είναι ιστορικά αποδεδειγμένο, οι Βούλγαροι ποτέ δεν εποίκησαν την περιοχή νοτίως της Φιλιππούπολης, αλλά για τις εκάστοτε επιχειρήσεις τους βασίζονταν σε αυτές τις ορδές Σλάβων. Οι Σλάβοι αυτοί στα πλαίσια της αφομοίωσης από το Βυζάντιο ήταν πολιτισμικά συνδεδεμένοι με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και ασπάστηκαν πολύ νωρίς την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη. Στα χρόνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αυτό σήμαινε ότι ήταν Ρωμιοί, όπως συνέχιζαν να νιώθουν αυτοί μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, σε μεγαλύτερο ποσοστό αυτοί που κατοικούσαν σε μικτές περιοχές με Έλληνες ή έστω ελληνόφωνους, ενώ οι Σλάβοι που κατοικούσαν μακριά από ελληνόφωνες περιοχές απορροφήθηκαν αργότερα πιο εύκολα από τους Βούλγαρους. Απόδειξη ότι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα ότι ένιωθαν Ρωμιοί αποτελεί το γεγονός ότι στάλθηκε ''Μακεδονική Λεγεών'', δηλαδή ένα σώμα αγωνιστών για να προωθήσει την Ελληνική επανάσταση του 1821. Επιπλέον, οι Σλάβοι αυτοί έστελναν τα παιδιά τους σε ελληνικά σχολεία, όταν πλέον κατέστη αναγκαία η επιλογή πολιτικού στρατοπέδου για την οικοδόμηση του έθνους-κράτους, στα τέλη, δηλαδη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Το ότι οι Σλάβοι που κατοικούσαν σε μικτούς οικισμούς ενσωματώθηκαν στον ελληνικό κορμό, φαίνεται και από τους ελληνίζοντες Σλάβους της Κάτω Τζουμαγιάς (Ηράκλεια), απόγονοί των οποίων υπάρχουν μέχρι σήμερα, ενώ στη περιοχή του Μπέλες, οι Σλάβοι ένιωθαν διαφορετικοί από τους Έλληνες, γι' αυτό και επέλεξαν να ακολουθήσουν το Βουλγαρικό στρατόπεδο. Όπως αναφέρθηκε, οι Σλάβοι ήταν συνδεδεμένοι με το κατευθυνόμενο απο Έλληνες Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Βούλγαροι το γνώριζαν αυτό και προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια βουλγαρική θρησκευτική ηγεσία, μιας που το Πατριαρχείο προωθούσε τα ελληνικά συμφέροντα εις βάρος των δικαιωμάτων των άλλων φυλών. Το 1870 δημιουργείται η εξαρχία, πίσω από την οποία βρισκόταν η Βουλγαρία, και τότε ένα μεγάλο μέρος των Σλάβων της Μακεδονίας την ακολουθούν. Αυτοί που την ακολούθησαν ήταν η συντριπτική πλειοψηφία του σλαβικού πληθυσμού της σημερινής Π.Γ.Δ.Μ., αυτός της Μακεδονίας του Πιρίν, και οι πληθυσμοί των βόρειων περιοχών της ελληνικής Μακεδονίας, περιοχές δηλαδή στις οποίες οι Έλληνες δεν είχαν την πλειοψηφία, ώστε η συνδιαλλαγή μαζί τους να επηρεάσει τη συνείδησή τους. Αντίθετα, πιστοί στο Πατριαρχείο έμειναν οι Σλάβοι της νότιας ελληνικής Μακεδονίας (νοτίως των Σερρών, νότια Πέλλα, Νάουσα, κ. ά.), οι οποίοι είχαν πιο στενές σχέσεις με τους Έλληνες. Από αυτούς τους ανθρώπους, αυτοί της βόρειας ελληνικής Μακεδόνιας και της Μακεδονίας του Πιρίν, ενσωματώθηκαν σχεδόν αμέσως στο Βουλγαρικό κορμό, ενώ οι Σλάβοι της νότιας ελληνικής Μακεδονίας αποτέλεσαν τους μετέπειτα ''Σλαβόφωνους Έλληνες''. Οι Σλάβοι της Π.Γ.Δ.Μ. όντας μακριά και από τα ελληνικά κέντρα (Θεσσαλονίκη) αλλά και από τα βουλγαρικά (Σόφια), αποστασιοποιήθηκαν και από τις δύο χώρες που τους διεκδικούσαν, και παρόλο που δεν ένιωθαν Έλληνες, καθώς το έδειξαν με την αποδοχή της εξαρχίας, δεν αισθάνονταν επίσης Βούλγαροι, κατά ένα μεγάλο ποσοστό. Έτσι, επηρεασμένοι από τον τοπικό προσδιορισμό, υιοθέτησαν τον όρο ''Μακεδόνες'' για να αφυπνιστούν εθνικά, και στη προσπάθειά τους να πλάσουν μια ιστορία ενσωμάτωσαν πλήθος προσωπικοτήτων που έδρασαν στη περιοχή, αλλά δεν είχαν καμία σχέση μεταξύ τους, όπως ο Τσάρος των Βουλγάρων Σαμουήλ, ο Κράλης Μάρκο, ο Μέγας Αλέξανδρος και πολλοί άλλοι. Εν ολίγοις, εξαρχικοί Σλάβοι υπήρχαν στα χωριά Κεσετζί Τσιφλίκ, Σταρόσοβο, Ντελή Χασάν, Τζούμα Μαχαλά, Λιπός, Τοντορίτς, Άνω & Κάτω Πορρόια (Γκόρνι & Ντόλνι Πορόι στα σλάβικα), Τζαφερλή και Τοντόροβο. Αντίθετα, Σλάβοι πατριαρχικοί υπήρχαν στη Κερκίνη, στο Σταρόσοβο και το Ντελή Χασάν. Παρόλο που δεν γίνεται μνεία σε κάτι τέτοιο, πιθανότατα οι ντόπιοι των χωριών Μάκρυνίτσα και Πλατανάκια το 1928 (περίπου 130 στο καθένα) να ήταν, είτε ελληνίζοντες Σλάβοι, είτε Έλληνες είτε απλά, Βούλγαροι που αποφάσισαν να παραμείνουν στη περιοχή. Ωστόσο, σε καμία αξιόλογη πηγή δεν γίνεται λόγος για Έλληνες σε αυτά τα χωριά, αλλά μόνο για ελληνική εκκλησία και σχολείο το 1891.

*Αξιοσημείωτο είναι ότι η ιστορία των Σκοπίων παρουσιάζει πολλά κοινά με την παραπάνω θέση όσον αφορά την εθνική αφύπνιση των Σλάβων της Π.Γ.Δ.Μ, με βασική διαφορά την χρήση του όρου ''Μακεδόνες'' αντί για ''Σλάβοι''.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου