Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Κοινότητα Κερκίνης

Η κοινότητα της Κερκίνης, σύμφωνα με την απογραφή του 1928, περιελάμβανε τα εξής χωριά:
  • Κερκίνη (πρώην Μπούτκοβο)
  • Κορυφούδι (πρώην Κιουλαχλή)
  • Μοναστηράκι (πρώην Ντελή Χασάν)
  • Σταυροδρόμι (πρώην Σταρόσοβο)
Τα χωριά αυτά βρίσκονται στο νοτιο με νοτιο-ανατολικό μέρος της περιοχής. Ακολουθεί ο πληθυσμός τους το 1913, το 1920 και το 1928:
  1. 1367 (1913) - (1920) - 832 (1928)
  2. 73 (1928)
  3. 322 (1928)
  4. 242 (1928)
Ακολουθεί μια εκτενής αναφορά στην ιστορία τους:
Κερκίνη ή Μπούτκοβο
   Ορισμένοι, που έχουν ασχοληθεί με την ιστορία της Κερκίνης, επισημαίνουν το 1510 ως ημερομηνία δημιουργίας του χωριού. Βέβαια, δεν έχει βρεθεί ακόμα ικανοποιητική βιβλιογραφία που να το αποδεικνύει, στην οποία μπορεί να κανείς να βασιστεί. Όμως, είναι γνωστό με σιγουριά ότι υπήρχε και ευδοκιμούσε κατά τον 19ο και 20ο αιώνα, μιας που βρισκόταν σε κομβικό σημείο μεταξύ των χωριών στην δυτική πλευρά της λίμνης και αποτελούσε ένα μεγάλο κεφαλοχώρι μετά τα Άνω & Κάτω Πορρόια (4100 και 2000 άτομα αντίστοιχα) και τη Μακρυνίτσα (1700). Ως αποτέλεσμα, η αγορά της πόλης ήταν μεγάλη για εκείνη την εποχή, όπως μεγάλη ήταν και η ποικιλία της σε είδη όπως σιτάρι, σίκαλη, καπνός, ψάρια, όπως και προϊόντα καλαμοπλεκτικής, τα οποία φτιάχνονταν από άτομα της αθιγγανικής συνοικίας του χωριού.

Η παλιά λίμνη Μπουτκόβου και τα χωριά περιμετρικά της

   Γενικά, μεγάλο μέρος των ανδρών ασχολούνταν με την αλιεία στη λίμνη, ενώ οι γυναίκες ασχολούνταν με τη γεωργία στο βαθμό που μπορούσαν. Λέγεται, δε, ότι υπήρχε η φήμη για τους κατοίκους του Μπουτκόβου, ότι ήταν πολύ άξιοι ψαράδες. Τα ψάρια τους, πέρα από την αγορά (παζάρι) του χωριού, έφταναν μέχρι την αγορά του Σιδηροκάστρου.

Οι καταμετρήσεις των κατοίκων
   Οι Βουλγαρικές πηγές, αναφέρουν την ύπαρξη Μουσουλμάνων και Βουλγάρων στο Μπούτκοβο, αλλά όχι Ελλήνων. Προφανώς, όλοι οι Βούλγαροι ερευνητές που πέρασαν από το χωριό (Κάντσοφ, Στρέζοφ, Brancoff κ.ά.), όνομασαν όλους τους Πατριαρχικούς σλαβόφωνους του χωριού Βούλγαρους. Γίνεται, ωστόσο, κατανοητό ότι πρόκειται για Έλληνες στη συνείδηση, από τα στοιχεία που παρουσιάζουν οι ίδιες Βουλγαρικές πηγές. Ο Ιωάννης Θ. Μπάκας, στο βιβλίο του ''Ο Ελληνισμός και η Μητροπολιτική περιφέρεια Μελένοικου'' υποστηρίζει ότι στις αρχές του 20ου αιώνα, ζούσαν ’’520 Σλαβόφωνοι Έλληνες’’ στο χωριό, δεχόμενος το ποσοστό που αναφέρει ο Brancoff στο βιβλίο του, παραπέμποντας βέβαια σε ’’Βούλγαρους’’, αριθμός που απέχει πολύ λίγο από τη πραγματικότητα (περίπου 480). Το απόσπασμα του αμερόληπτου, συγκριτικά με τους υπόλοιπους, Γκεόργκι Στρέζοφ, δίνει αρκετές πληροφορίες για το Μπούτκοβο του έτους 1891:

''Μπούτκοβο, στις 3 ώρες από τη Τζουμαγιά (Ηράκλεια Σερρών), 4 ώρες νοτίως των Πορροΐων. Οι κάτοικοι ασχολούνται κυρίως με την αλιεία. Βρίσκεται στη δυτική όχθη της ομώνυμης λίμνης. Εκκλησία* (ελληνική) και ελληνική τσέτα. Ελληνικό σχολείο με περίπου 10 μαθητές. 100 τουρκικές, 50 τσερκέζικες, 25 αθιγγανικές και 40 βουλγαρικές οικίες. Για την αλίευση χρησιμοποιούν μεγάλα τσιγγέλια, καμάκια μέχρι 5 μέτρα μακριά με αιχμές στο τέλος και δίχτυα.''

*Δεν είναι ξεκάθαρο στη μετάφραση, αν όντως πρόκειται για ελληνική εκκλησία. Όσον αφορά την λειτουργία ενός ελληνικού σχολείου, αυτό αποδεικνύεται και από έναν χάρτη του Γεωγραφικού Ινστιτούτου της Ρώμης του 1903.

   Από την παραπάνω πηγή σχετικά με το Μπούτκοβο, παρουσιάζονται με ακρίβεια η οικίες των Μουσουλμάνων (Τσιγγάνων, Τσερκέζων και Τούρκων). Εάν τεθεί ως μέσος όρος ότι μια οικογένεια εκείνης της εποχής αποτελούνταν κατά μέσο όρο από 5 άτομα, προκύπτει ένας αριθμός των 875 Μουσουλμάνων. Τόσοι ήταν οι Μουσουλμάνοι που αποχώρησαν κατά το 1923 (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται πέρα από τους Τούρκους και οι Τσερκέζοι-Κιρκάσιοι αλλά και οι Αθίγγανοι), καθώς και αν τους αφαιρέσουμε από τον πληθυσμό του χωριού το 1913 (1367 άτομα) περισσεύει ένα νούμερο των 492 ατόμων, όσοι, δηλαδή, ήταν οι ντόπιοι κατά την απογραφή του 1928, άρα και οι σλαβόφωνοι Έλληνες (πρώην πατριαρχικοί σλαβόφωνοι) του χωριού.
   Εύλογα προκύπτει το ερώτημα: ''Μα, δεν υπήρχαν Βούλγαροι ή έστω σλαβόφωνοι εξαρχικοί - Βουλγαρίζοντες, στο Μπούτκοβο;''. Υπήρχαν, αλλά ήταν πάρα πολύ λίγοι. Όταν ξέσπασε ο Α' Βαλκανικός πόλεμος, μόλις 1 άτομο από το Μπούτκοβο κατατάχθηκε ως εθελοντής στη Μακεδονο-Αδριανουπολίτικη Οργάνωση. Αξίζει να υπογραμμιστεί ότι ήταν το χωριό με τους λιγότερους εθελοντές σε αυτή την οργάνωση αναλογικά με τον πληθυσμό του. Μετά τον Β' Βαλκανικό πόλεμος και την κατάληψη της περιοχής από τους Έλληνες, 15 άτομα εγκατέλειψαν τη περιοχή για τη Βουλγαρία. Από αυτούς που έφυγαν τότε, αλλά και από ορισμένους ακόμη που μετανάστευσαν στα επόμενα χρόνια, υποβλήθηκαν συνολικά 17 αιτήσεις βάσει της εθελούσιας μετανάστευσης που προέβλεπε η Συνθήκη του Νεϊγύ. Συνεπώς, οι εξαρχικοί-βουλγαρίζοντες της Κερκίνης δεν υπερέβαιναν τα 50 άτομα στις αρχές του 20ου αιώνα.

Οι Πατριαρχικοί σλαβόφωνοι (ή σλαβόφωνοι Έλληνες) της Κερκίνης
   Η πατριαρχική σλαβόφωνη κοινότητα της Κερκίνης ήταν η μεγαλύτερη της περιοχής του Μπέλες (480 άτομα). Δύο πολύ μικρότερες υφίσταντο στα διπλανά χωριά. Στο Μοναστηράκι 35 άτομα και στο Σταυροδρόμι 25 επρόκειτο να αποτελέσουν αργότερα το ντόπιο πληθυσμό. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, διέθεταν ελληνικό σχολείο στο Μπούτκοβο αλλά και, κατά πάσα πιθανότητα, εκκλησία. Η ύπαρξη του ελληνικού σχολείου δεν αποκρύπτεται ούτε από τον Brancoff το 1905, ο οποίος όμως περιορίζει αισθητά τον αριθμό των μαθητών σε 15, διογκώνοντας παράλληλα τα βουλγαρικά ποσοστά. Το προξενείο Σερρών μέσω εμβασμάτων, ενίσχυσε το ελληνικό σχολείο του Μπουτκόβου τα έτη 1886-1889, οπότε διακόπηκε προσωρινώς η χρηματοδότηση για άγνωστους λόγους. Στα επόμενα έτη πάλι υπάρχουν στοιχεία για διδασκάλους δικαιούχους ενός ετήσιου επιδόματος για τη συντήρηση των σχολείων. Συγκεκριμένα, τη χρονιά 1897-1898 ο εκπαιδευτικός του Μπουτκόβου, Π. Δ. Κορδόπαλος, δικαιούνταν 10 οθωμανικές λίρες και την επόμενη χρονιά δικαιούχος ήταν ο Δημήτριος Ν. Μουταφτσής, με το ίδιο πόσο. Ξανά το 1904 το προξενείο επιχορήγησε το σχολείο Μπουτκόβου με 15 οθωμανικές λίρες, δικαιούχους εκείνης της χρονιάς ήταν ο δάσκαλος Αθανάσιος Ιωαννίδης.
   Ενώ, λοιπόν, ένας βουλγαρίζων κατατάχθηκε εθελοντικά στο βουλγαρικό στρατό, 3 ελληνίζοντες από το Μπούτκοβο ήταν οπλίτες κατά τον Μακεδονικό Αγώνα. Τα ονόματά τους είναι Γρηγόριος Καπετάνιος, Ανδρέας Μπάμπης και Δημήτριος Μπουγιουκλής.
   Από την γλώσσα των ντόπιων, έχουν διατηρηθεί κάποια τοπωνύμια, λέξεις ακόμη και καθημερινές εκφράσεις, τις οποίες μέσω αυτών, γνωρίζουν αρκετοί κάτοικοι άλλων χωριών, ερχόμενοι σε επαφή με αυτούς. Για παράδειγμα:
  • Ίμας παρί, ζα ντα κούπιμε γκρόστοβε; (Имаш пари за да купиме гроздове?) = Έχεις λεφτά για να αγοράσουμε σταφύλια;  
  • Τοπική παροιμία: Νέμα ραμπότα, νέμα μπομπότα. (Нема работа, нема бобота.) = Δεν έχει δουλειά, δεν έχει μπομπότα. (καλαμποκόψωμο που ήταν πολύ διαδεδομένο στην κατοχή)
  • Έλα τούκα. Σο πράις; Άρνο. (Ела тука. Шо прайш? Арно.) Έλα εδώ. Τί κάνεις; Καλά.
 Ας σημειωθεί ότι η παραπάνω γλώσσα, ομιλείται σήμερα στη Π.Γ.Δ.Μ. με ελάχιστες διαφοροποιήσεις (σε αντίθεση με τα σημερινά Βουλγαρικά, με τα οποία διαφέρει αρκετά) και ανήκει στην οικογένεια των Νοτιοσλαβικών γλωσσών. Αυτή η γλώσσα των Σλαβόφωνων Ελλήνων, θα μπορούσε να ενταχθεί στο πλαίσιο της Σλαβομακεδονικής γλώσσας, όπως την αναφέρουν οι ελληνικές αρχές το 1928, η οποία ομιλείται μέχρι και σήμερα στη περιοχή του Πετρίτς της Βουλγαρίας και σε μέρη της Ελλάδας, όπως η κεντρική και δυτική Μακεδονία. Στη περίπτωση όμως της Ελλάδας, όλοι οι ομιλητές της σήμερα είναι δίγλωσσοι. Η σύνδεση αυτή της Σλαβομακεδονικής γλώσσας με τους κατοίκους των 3 χωρών δεν επηρεάζει, και ούτε πρέπει να επηρεάζει, τις συνειδήσεις των ομιλητών της, καθώς οι ίδιοι επέλεξαν τον δρόμο που θα ακολουθήσουν πριν από πολλά χρόνια.
 
Η έλευση των προσφύγων στη Κερκίνη
   Σύμφωνα με τους καταλόγους της ΕΑΠ, οι πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο χωριό μέχρι το 1928 ήταν 321 άτομα (86 οικογένειες). Εδώ βέβαια, συνέβη το εξής φαινόμενο. Στον κοντινό οικισμό Κορυφούδι (πρώην Κιουλαχλή) εγκαταστάθηκαν 101 πρόσφυγες, αλλά στην απογραφή του ίδιου έτους οι κάτοικοι ήταν μόλις 73. Κάποιος θα μπορούσε να υποθέσει ότι πέθαναν μαζικά από τις αρρώστιες, που μετέφεραν τα κουνούπια της περιοχής. Ωστόσο, παρόλο που ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων που εγκαταστάθηκαν κοντά λίμνες και ποτάμια πέθαναν από ελονοσία, τα στοιχεία δείχνουν για τη περιοχή μια σταθερότητα (με μικρή αύξηση) στα ποσοστά, αντί για μείωση. Ενδεχομένως, οι αποθανόντες από τις κακουχίες να μην προσμετρήθηκαν στον τελικό αριθμό των προσφύγων και γι' αυτό οι περισσότερες οικογένειες να αντιστοιχούν σε λιγότερο από 4 άτομα, αντί για 5 που περιελάμβαναν σχεδόν κατά κανόνα όλες οι οικογένειες. Πέρα από τα στατιστικά, στο Κορυφούδι δεν σημειώθηκε ένας μαζικός θάνατος κατοίκων, αλλά μια ''μαζική'' μετανάστευση στη Κερκίνη. Είναι ακόμα γνωστό στη περιοχή, πως όταν η ΕΑΠ εγκατέστησε τους πρόσφυγες στο απομονωμένο Κορυφούδι, πολλοί εγκαταστάθηκαν στη Κερκίνη προκειμένου να αποκατασταθούν επαγγελματικά ευκολότερα. Όπως, φαίνεται στην απογραφή, ο αριθμός πρέπει να ήταν γύρω στα 30 άτομα. Ορισμένοι από αυτούς ζουν στη Κερκίνη και έχουν μέχρι σήμερα τίτλους ιδιοκτησίας για οικόπεδα στο Κορυφούδι. Συνεπώς, χρειάζεται να ανεβάσουμε τον αριθμό των προσφύγων στη Κερκίνη στα 350 άτομα. Έτσι από τους 832 συνολικούς κατοίκους, οι υπόλοιποι 482 ήταν οι ντόπιοι Σλαβόφωνοι. Αυτό το γεγονός (ότι δηλαδή ο αριθμός των σλαβόφωνων της Κερκίνης έμεινε σταθερός από το 1913 μέχρι το 1928) μπορεί να αποδοθεί στις μολυσματικές ασθένειες των κουνουπιών. Αντίστοιχα και ο μουσουλμανικός πληθυσμός του Μπουτκόβου έμεινε περίπου σταθερός μεταξύ των ετών 1891 και 1923. 

Η κατασκευή της Λίμνης Κερκίνης
   Τα έργα για τη κατασκευή μιας τεχνιτής λίμνης, που ξεκίνησαν το 1929 και τελείωσαν το 1932, ανατέθηκαν στις αμερικανικές εταιρίες John Monks & Sons, Ulen & Company. Ακολουθούν φωτογραφίες από το 1933 που απεικονίζουν τις κατασκευές περιμετρικά της λίμνης.

 Επάνω εικόνα: 454 Εκτροπή Ρούπελ-Κερκίνης: Εκσκαφεύς Δράγκλαϊν "Σέρραι" εμφράσσων την παλαιάν κοίτην του Στρυμόνος δια την εκτροπήν Ρούπελ-Κερκίνης - Φεβρουαρίου 27, 1933
Κάτω εικόνα: 455: Εκτροπή Ρούπελ-Κερκίνης: Δύο πασσαλοπήκται εκτελούντες την έμπηξιν σιδηρών πασσαλοσανίδων δια την έμφραξιν του Ρούπελ - Μαρτίου 2, 1933 

 Επάνω εικόνα: 456 Εκτροπή Ρούπελ-Κερκίνης: Άποψις προς τα ανάντη της παλαιάς κοίτης του Στρυμόνος - Μαρτίου 2, 1933. Εις το βάθος η Φάραγξ Ρούπελ.
Κάτω εικόνα: 457 Εκτροπή Ρούπελ-Κερκίνης: Δεξιά μικρά κοίτη της εκτροπής Ρούπελ-Κερκίνης κατάντη της γέφυρας Μεγαλοχωρίου. Άποψις εμφαίνουσα διάβρωσιν των οχθών.

Η αναγκαιότητα αυτών των έργων ήταν πολύ μεγάλη, μιας που μέσα στην εικοσαετία 1914-1934 άλλαξε η κοίτη του ποταμού πέντε φορές ενώ τη περίοδο 1918-1934 σημειώθηκαν επτά έτη πλημμύρων. Τα έργα δεν σταμάτησαν εδώ. 


Η λίμνη Κερκίνη σήμερα

Στις επόμενες δεκαετίες κατασκευάστηκε το φράγμα της λίμνης, που βρίσκεται σήμερα στο Λιθότοπο, αναχώματα κ. ά., τα οποία όμως κατά τη διάρκεια των ετών παρουσίαζαν προβλήματα. Η λήξη των κατασκευών έφτασε τη δεκαετία του '80.    


Ντελή Χασάν ή Μοναστηράκι   
   Όπως είναι γνωστό στη περιοχή, το παλιό όνομα του χωριού οφείλεται στον Μπέη και ιδιοκτήτη του κατά τις αρχές του 19ου αιώνα, ο οποίος λεγόταν Χασάν. Τον προσδιορισμό ’’Ντελή’’, δηλαδή, τρελός στα τουρκικά, τον έλαβε κατά το 1834 όταν δηλαδή εγκαινιάστηκε η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και Δημητρίου, στις πρόποδες των Κρουσσίων, ύστερα από ένα όνειρο που είχε δει σχετικά με τον Άγιο Γεώργιο. Ο λόφος, στον οποίο είναι κτισμένο το μοναστήρι λέγεται ''Μαυροβούνιο'' ή ''Καραντάγ'' (τουρκ.), εξού και αναφέρεται σε ορισμένες πηγές ως ''Μονή Παναγιάς Καραδαχής''.  Από αυτό το μοναστήρι έχει πάρει το Μοναστηράκι, το χωριό κάτω από τις πρόποδες, το νέο του όνομα. Η εκκλησία αυτή, σύμφωνα με τον τωρινό ηγούμενο της μονής, τον π. Μακάριο, θεμελιώθηκε το 1805, και είχε πολλά οθωμανικά χαραστηριστικά ως προς την κατασκευή της (αραβικού τύπου παράθυρα, μικρούς τρούλους που παραπέμπουν σε τζαμί κ. ά.), τα οποία δυστυχώς σήμερα δεν διασώζονται. 

Το χωριό στις πρόποδες του λόφου
   Το Ντελή Χασάν, όπως και τα υπόλοιπα χωριά της περιοχής με Βουλγαρικό Πληθυσμό (μικτό ή όχι), υπάρχει καταγεγραμμένο τουλάχιστον σε 4 Βιβλία:
  1. Κουριέ ντ' Οριάν, Εθνογραφία στα Βιλαέτια Αδριανουπόλεως, Μοναστηρίου και Θεσσαλονίκης, Κωνσταντινούπολη 1878
  2. Γκεόργκι Στρέζοφ, Δύο Σαντζάκια της Ανατολικής Μακεδονίας, Σόφια 1891 
  3. Βασίλ Κάντσοφ, Μακεδονία. Εθνογραφία και Στατιστικά, Σόφια 1900
  4. Μπράνκοφ, Η Μακεδονία και ο Χριστιανικός Πληθυσμός, Παρίσι 1905     
Πρόκειται για ένα χωριό με μικτό σλαβικό και μουσουλμανικό πληθυσμό, ενώ σύμφωνα με τον Στρέζοφ, στο Ντελή Χασάν υπήρχαν το 1891 δέκα οικογένειες ''τσιγγάνων''. Λαμβάνοντας υπόψην τις παραπάνω πηγές και διασταυρώνοντας τις πληροφορίες με τη προφορική παράδοση, την πλειοψηφία πριν το 1912 είχαν οι Βούλγαροι με πολύ μικρή διαφορά από τους Μουσουλμάνους. Οι αριθμοί δεν μπορούν να υπολογιστούν ακριβώς, αλλά μπορεί να υποστηριχθεί ότι από τους 511 κατοίκους, της απογραφής του 1913, οι 260 ήταν Μουσουλμάνοι και οι άλλοι 251 ήταν Βούλγαροι. Άλλοι 30 Βούλγαροι είχαν φύγει αμέσως μετά τον 2ο Βαλκανικό Πόλεμο, δηλαδή, λίγο πριν την παραπάνω απογραφή.   

Ο Μακεδονικός Αγώνας και η Μονή Τριμόρφου
   Ανεξάρτητα από τη μη ελληνική πλειοψηφία των κατοίκων του χωριού (Τούρκοι, Μουσουλμάνοι Τσιγγάνοι, Βούλγαροι Εξαρχικοί), οι Έλληνες Μητροπολίτες Πολυανής, στην οποία υπαγόταν για ένα διάστημα εκείνη τη περίοδο η Μονή, και Μελενικίου, έλεγχαν τα πράγματα κάνοντας σύμφωνίες με Έλληνες Μακεδονομάχους, τους οποίους έστελναν στη μονή ως καλόγερους, προκειμένου να προωθήσουν τα ελληνικά συμφέροντα στον Μακεδονικό Αγώνα. Ενδεικτικά, αναφέρει το όνομα ενός Έλληνα μακεδονομάχου ''Μπίτσιος'', ο π. Μακάριος. Κατά τη περίοδο 1900 - 1902 ο ηγούμενος της μονής ήταν ο Έλληνας Μελενικιώτης, αργότερα πρωτοσύγκελος του Μητροπολίτη Μελενικίου, ονόματι Νεόφυτος. Οι ντόπιοι, έχοντας καταλάβει τα σχέδια των Ελλήνων Μητροπολιτών και ιερέων, απείλησαν τον Νεόφυτο και αυτός με τη σειρά του εγκατέλειψε τη Μονή το 1902. Τη θέση του πήρε ο Αμβρόσιος Παρασχάκης ή παπα-Παντελής, ο οποίος ακολούθησε την ίδια τακτική, και το 1905-1906 δολοφονήθηκε από Βούλγαρους αντάρτες. Ωστόσο, λίγο πριν δολοφονηθεί είχε υπογράψει συμφωνιτικό με Έλληνες οπλαρχηγούς στις 10 Αυγούστου 1905 να έρθουν και να ενισχύσουν τον αγώνα κατά των Βουλγάρων. Όταν οι Έλληνες αντάρτες είχαν έρθει, ήταν μεταμφιεσμένοι σε μοναχούς και τις νύχτες προέβαιναν σε επιχειρήσεις και δολιοφθορές κατά των Βουλγάρων. Κατά το 1906, το μοναστήρι ήταν το κέντρο της Τοπικής Επιτροπής Πορροΐων για τον Μακεδονικό αγώνα, στην οποία προέδρευε για ένα διάστημα ο Στέργιος Βλάχμπεης, αρχηγός ενός αντάρτικου σώματος από την Ηράκλεια. Η μετατροπή της Μονής σε ελληνικό κέντρο συνεδριάσεων για τον Μακεδονικό Αγώνα, φανερώνει ότι από την ανοικοδόμησή της, η λειτουργία της γινόταν από Έλληνες και μόνο. Η τοποθεσία, ενίσχυσε την δύναμη των Ελλήνων ανταρτών, καθώς το μοναστήρι παρέμεινε απόρθητο από του Βούλγαρους έως το 1912. Το 1912, στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, ο βουλγαρικός στρατός κατέλαβε τη περιοχή και εγκατέστησε στη μονή ένα Βούλγαρο ιερέα, ονόματι Ηλία. Τον Ιούλιο του 1913, η περιοχή πέρασε στα χέρια του ελληνικού στρατού και το μοναστήρι σταμάτησε να λειτουργεί, μιας που δεν υπήρχε, πλέον, λόγος για προώθηση των ελληνικών συμφερόντων.

   Η σημασία του ναού αφενός ως κτίσμα και αφετέρου ως ιστορική τοποθεσία οδήγησε στην απόφαση να οριστεί ως ''κτίριο που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας'' σύμφωνα με Φ.Ε.Κ. στις 22/7/1992:

 "Χαρακτηρίζουμε την Μονή του Αγίου Γεωργίου στο Μοναστηράκι κοινότητας Κερκίνης Ν. Σερρών ως κτήριο που χρήζει ειδικής κρατικής προστασίας με ζώνη προστασίας τον λόφο στον οποίο βρίσκεται, επειδή: α) αποτελεί αξιόλογο δείγμα τύπου τρίκλιτης βασιλικής με τρούλλο - τύπος ο οποίος αποτελεί παραλλαγή του ευρύτατα διαδεδομένου τύπου ξυλόστεγης βασιλικής που ελάχιστα παραδείγματά του υπάρχουν στο Νομό Σερρών β) οι κατασκευαστικές και μορφολογικές λεπτομέρειές του τον κατατάσσουν στα πιό αξιόλογα μνημεία εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα και γ) αποτελεί στοιχείο του ιστορικού παρελθόντος της περιοχής."

Οι Ελληνίζοντες σλαβόφωνοι του Ντελή Χασάν και έπειτα του Μοναστηρακίου
   Παρά τις αναφορές των Βουλγαρικών πηγών, για την ύπαρξη μόνο Βουλγάρων και Μουσουλμάνων, υπάρχει η υπόθεση να ζούσαν στο Ντελή Χασάν μερικές οικογένειες Πατριαρχικών Σλαβόφωνων. Μία ένδειξη, είναι η κατάταξη του χωριού από την ΕΑΠ στα μικτά χωριά της περιοχής, δηλαδή η μαρτυρία της ύπαρξης ντόπιων μετά τη Συνθήκη του Νεϊγύ και τη Σύμβαση της Λωζάνης. Δεδομένου ότι η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων εγκατέστησε, μέχρι το 1928, 283 άτομα (79 οικογένειες) από το Άκαλαν της Ανατολικής Θράκης, στην απογραφή του ίδιου έτους ο πληθυσμός του χωριού ανερχόταν σε 322 άτομα. Αυτό σημαίνει, ότι οι ντόπιοι ήταν γύρω στους 30-35, εάν υποθέσουμε ότι στον πληθυσμό του χωριού περιλαμβάνονται και παιδιά προσφύγων που γεννήθηκαν μετά την εγκατάσταση, όπως συμβαίνει σε όλα τα χωριά. Παρόλο που παρατίθενται τάφοι στα ελληνικά, είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστούν ορισμένα πράγματα. 
Το μοναστήρι εγκαινιάστηκε το 1834, οπότε υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Εξυπηρετούσε τις ανάγκες των Χριστιανών του χωριού (κηδείες, βαπτίσματα κ.ά.) στην ελληνική γλώσσα, ανεξάρτητα από την καταγωγή των κατοίκων. Ας μην ξεχνούμε, ότι τα σλάβικα της Μακεδονίας εκείνη τη περιόδο ήταν αρκετά παραμελημένα και θεωρούνταν ''χωριάτικα'', ενώ τα ελληνικά ήταν η γλώσσα που θα μάθαινε κάποιος, προκειμένου να σπουδάσει ή ακόμα να επιδοθεί στο εμπόριο. Εξού και η φοίτηση Σλάβων μαθητών σε ελληνικά σχολεία, σε πάμπολλα χωριά της Μακεδονίας. Όταν το 1870 δημιουργήθηκε η αυτόνομη Βουλγαρική Εκκλησία, δηλαδή η Εξαρχία, η μετατροπή ενός ναού από ''πατριαρχικό'' σε ''εξαρχικό'' γινόταν συνήθως κατόπιν παραχωρήσεως από τις αρμόδιες αρχές της εκάστοτε εκκλησίας, τις οποίες πολλές φορές πίεζαν οι κομιτατζήδες και γι' αυτό το λόγο. Συνεπώς, μπορεί να τεθεί η υπόθεση ότι, η Μονή Μπουτκόβου ήταν η πατριαρχική εκκλησία του (κατά το ήμισυ) σλαβόφωνου χωριού, με εξαρχικούς και πατριαρχικούς μέσα σ' αυτό, και ότι απλώς οι εναπομείναντες μετά το 1928 είναι (κατά τις βουλγαρικές πηγές) πατριαρχικοί Βούλγαροι ή, κατά πολλούς, σλαβόφωνοι Έλληνες. Αυτό που θέλω να δείξω είναι ότι οι σλαβόφωνοι του χωριού διαιρέθηκαν, κατά κάποιον τρόπο, σε εξαρχικούς και πατριαρχικούς και οι δεύτεροι, οι οποίοι συνέχιζαν να χρησιμοποιούν την Μονή Αγίου Γεωργίου, παρέμειναν στο χωριό. Να σημειωθεί ότι άλλη εκκλησία πέρα από το Μοναστήρι, δεν υπήρχε στο χωριό.
Ο Ιωάννης Μπάκας, συγκεκριμενα, αναφέρει την ύπαρξη 80 σλαβόφωνων Ελλήνων στο Ντελή Χασάν στις αρχές του 20ου αιώνα (προφανώς βασισμένος στην απογραφή του Αθ. Χαλκιόπουλου το 1910 που σημείωνε 80 ''Ορθόδοξους Έλληνες'' στο χωριό), αριθμός που, ωστόσο, ξεπερνά τον κανονικό τους αριθμό. Θα συμφωνήσω με τον όρο ''Σλαβόφωνοι Έλληνες'', διότι αυτοί οι άνθρωποι επέλεξαν να παραμείνουν στο χωριό εντός, πλέον, της ελληνικής επικράτειας, έχοντας υιοθετήσει τη θρησκεία και τη γλώσσα αργότερα, της υπόλοιπης Ελλάδας.
Στα πρόθυρα των βαλκανικών πολέμων, η επιτελική υπηρεσία του ελληνικού στρατού παρέχει ορισμένες πληροφορίες για τη περιοχή σημειώνοντας μεταξύ άλλων στο Ντελή Χασάν την ύπαρξη 360 ''σχισματικών'', 5 ''σλαβόφωνων Ελλήνων'' και μόλις 40 Μουσουλμάνων. Μπορεί ορθότατα να ειπωθεί ότι η έρευνα αυτή ήταν κάπως πρόχειρη,
καθώς λίγους μήνες αργότερα από την έρευνα του Ελληνικού στρατού, κατά την επίσημη απογραφή οι κάτοικοι ήταν 511 και όχι 405, ενώ είχαν ήδη εγκαταλείψει το Ντελή Χασάν 55 άτομα. Σίγουρα, αδικημένοι από αυτή την κατάγραφή ήταν οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι θα πρέπει να ήταν κατά 100 άτομα παραπάνω. Οι ελληνίζοντες σλαβόφωνοι, παρόλο που δεν ήταν μόλις 5, ήταν μια μικρή ομάδα ανθρώπων, που αντιμετώπιζαν ποικίλες πιέσεις από τους εθνικά αφυπνισμένους ως Βούλγαροι, ομόγλωσσους και γείτονές τους. Ορίστε μερικές φωτογραφίες από μερικές ταφόπλακες Πατριαρχικών σλαβόφωνων:


''Ενθα δε κείται, Ανδόν Πέτκο, Ετών 30, Απεβίωσε τη, 5 Απριλίου 1921''

''22 Μαρτίου 1896''

''ΙΣ ΧΣ - ΝΙ ΚΑ,
Ο δούλος του Θεού Ηωάνις, έτος 1841
ΣΕ (Σεπτέμβριος), 8 (ετών)''

   Συχνά αυτοί οι σλαβόφωνοι έρχονταν αντιμέτωποι με διάφορες απειλές και δολιοφθορές των Βουλγάρων.
Ο Μητροπολίτης Μελένικου Αιμιλιανός Δάγγουλας (1906-1911) σε μια έκθεσή του κάνει λόγο για μια Βουλγαρική συμμορία, η οποία σκότωσε ένα χωρικό ονόματι Βάνε στις 5 Ιανουαρίου 1905:

''Ετέρα βουλγαρική συμμορία εφόνευσεν εν τω χωρίω Δελή - Χασάν - Μαχαλέ, τον χωρικόν Βάνε...''
  Όπως είναι προφανές, ο προαναφερθείς χωρικός Βάνε, ήταν Πατριαρχικός (ελληνίζων) σλαβόφωνος.
Οι Μουσουλμάνοι


Οι πληροφορίες που διαθέτω για τους Μουσουλμάνους είναι ελάχιστες. Ωστόσο, κάποια βασικά στοιχεία είναι ουσιώδη, προκειμένου να καταλάβει κανείς την θέση τους στην κοινωνία της περιοχής του 19ου-20ου αιώνα. Οι Μουσουλμάνοι του Ντελή Χασάν ήταν μια αρχικά πολυάριθμη, αλλά αγροτική, κοινότητα, με τζαμί, το οποίο βρέθηκε με τη σκεπή να έχει καταρρεύσει, όταν η οικογένεια προσφύγων από το Άκαλαν εγκαταστάθηκαν στο οικόπεδο. Δυστυχώς, σήμερα δεν διαζώζεται τίποτα. Όσον αφορά την κοινότητα, ενώ το 1891 αριθμούσαν σε 50 νοικοκυριά, όπως και οι σλαβόφωνοι, το 1912 ήταν περίπου 170 άτομα, ενώ οι σλαβόφωνοι (ελληνίζοντες και βουλγαρίζοντες) 390. Παρόμοιο φαινόμενο υπογεννητικότητας εμφανίζεται σε όλα τα υπόλοιπα χωρία και κυρίως στο Κεσιτζή Τσιφλίκ και στο Σταρόσοβο, όπου οι Μουσουλμάνοι μειώθηκαν τόσο ,ώστε δεν υπήρχαν πλέον, στη πρώτη περίπτωση στα μέσα του 19ου αιώνα και στην άλλη μέχρι το 1891. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι η οικονομία του Ντελή Χασάν βρισκόταν σε άσχημα πλαίσια, καθώς σύμφωνα με μια επιστολή του Αντρέα Τόσεφ στον υπουργό εσωτερικών της Βουλγαρίας Ντιμίταρ Στάντσοφ το 1907 για την κατάσταση που επικρατούσε στη Μακεδονία, ανέφερε ότι τουρκικές συμμορίες που λυμαίνονταν ανεξέλεγκτα στη περιοχή των Ποροΐων, ζητούσαν λίτρα από ορισμένα χωριά, παίρνοντας από το Ντελή Χασάν 6 λίρες, από το Σταρόσοβο 5, ενώ από το Θεοδωρίτσι 30 λίρες. Η πιο τρανή απόδειξη της αδύναμης οικονομίας του χωριού είναι το ότι όλο ήταν ιδιοκτησία ενός Εμίν Μπέη από τα Κάτω Πορρόια. Πώς θα μπορούσε ένα τσιφλίκι, δηλαδή ένα σύνολο εκτεταμένων αγροτεμαχίων που καλλιεργείται από μια ομάδα χωρικών, οι οποίοι είναι δεσμευμένοι μέσω χρέους στον εκάστοτε Τσιφλικά, να έχει ισχυρή οικονομία; 
Οι Μουσουλμάνοι του χωριού επηρεάστηκαν, όπως όλος ο πληθυσμός της περιοχής, από τα επεισόδια των Βαλκανικών πολέμων. Προς τα τέλη του 1913 ήδη 25 Μουσουλμάνοι είχαν εγκαταλείψει το χωριό με προορισμό την Οθωμανική Μικρά Ασία. Δεν είναι ξεκάθαρο εάν η βουλγαρική κατοχή ή η ελληνική κατάκτηση τους οδήγησε να μεταναστεύσουν. Αργότερα, σημειώνεται μια ακόμη μείωση του πληθυσμού μέχρι το 1920.

Οι Βουλγαρίζοντες


   Σύμφωνα με τον κατάλογο εθελοντών Βουλγάρων στον Α' Βαλκανικό Πόλεμο, 2 Βούλγαροι κατατάχθηκαν εθελοντικά στην Μακεδονο-Αδριανουπολίτικη Οργάνωση το 1912. Αυτός ο αριθμός δείχνει ότι οι εξαρχικοί του χωριού (360) δεν ήταν ιδιαίτεροι υποστηρικτές της επανάστασης. Όταν οι Βούλγαροι έχασαν στον 2ο Βαλκανικό 30 άτομα τράπηκαν σε φυγή στη Βουλγαρία, σύμφωνα με τα αρχεία του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Οι υπόλοιποι Βουλγαρίζοντες εγκατέλειψαν το χωριό μέσα στη περιόδο του 1919-1928 είτε υποβάλλοντας αιτήσεις για εθελοντική μετανάστευση, είτε απλώς αφού είχαν ρευστοποιήσει την περιουσία τους, εγκατέλειπαν τη περιοχή. Ο Ιάκωβος Μιχαηλίδης στο βιβλίο του Σλαβόφωνοι μετανάστες και πρόσφυγες από τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη (1912-1930), Θεσσαλονίκη 1996 στις σελίδες 192-200 παρουσιάζει έναν αναλυτικό κατάλογο με αιτήσεις που υποβλήθηκαν από κάθε χωριό της Μακεδονίας για την εθελοντική ανταλλαγή. Σύμφωνα με αυτές τις πληροφορίες από το Μοναστηράκι υπήρχαν 64 αιτήσεις. Δεν πρέπει, ωστόσο, να εξισωθεί ο αριθμός των αιτήσεων με αυτών των οικογενειών. Οι αιτήσεις μπορούσαν να υποβληθούν από κάθε άνδρα ενήλικα, συνεπώς δεν συμπεριελάμβανε απαραίτητα 5 άτομα, αλλά γύρω στα 2 με 3 κατά μέσο όρο. Αν δεχθούμε τον εσφαλμένο ισχυρισμό, καταλήγουμε να βρίσκουμε ότι στο Θεοδωρίτσι, για παράδειγμα, ζούσαν 235 Βουλγαρίζοντες (47 αιτήσεις), ενώ ποτέ δεν πέρασαν τους 150, παρά τα υπέρογκα ποσά, που παρουσιάζουν ο Brancoff και ο Κάντσοφ. Αντίστοιχα, στο διπλανό Λιπόσι, παρόλο που κατοικούσαν περίπου 470 εξαρχικοί σλαβόφωνοι πριν τους Βαλκανικούς πολέμους, οι αιτήσεις που κατατέθηκαν ήταν μόλις 18.

Η εκπαίδευση στο Ντελή Χασάν


   Στο βιβλίο του Brancoff ''Η Μακεδονία και ο Χριστιανικός Πληθυσμός'' αναφέρεται ότι στο Ντελή Χασάν λειτουργούσε το 1905 βουλγαρικό δημοτικό σχολείο με 28 μαθητές. Ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί με την συγκεκριμένη πληροφορία. Πρωτίστως, ο αριθμός των 28 μαθητών σε σύγκριση με το συνολικό πληθυσμό του χωριού, μοιάζει υπερβολικός. Έπειτα, ο π. Μακάριος ισχυρίζεται πως μεταξύ άλλων στη διαθήκη του (Ντελή) Χασάν Μπέη, γίνεται λόγος για ένα ελληνικό σχολείο κοντά στη Μονή. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, τα ελληνικά σχολεία ήταν πιο πολλά, ανεξαρτήτως εάν ο πληθυσμός ήταν ελληνικός ή όχι. Η ύπαρξη ελληνικού σχολείου στο χωριό υποστηρίζεται και από τον Ιωάννη Μπάκα στο βιβλίο του ''ο Ελληνισμός και η μητροπολιτική περιφέρεια Μελένοικου'' όταν σε υπόμνημά του καταγράφει τα χωριά που έλαβαν ετήσιο επίδομα από το Προξενείο Σερρών κατά το έτος 1904 για τη συντήρηση των σχολείων τους. Μεταξύ άλλων αναφέρεται το Ντελή Χασάν, διδάσκαλος στο οποίο ήταν εκείνο το χρόνο, σύμφωνα με το υπόμνημα, ο Αβραάμ Στεργίου. Αυτός έλαβε το ποσό των 15 οθωμανικών λιρών. Επιπλέον, σε χάρτη του Γεωγραφικού Ινστιτούτου Ρώμης το 1903, αποτυπώνεται ότι στη Μονή Μπουτκόβου λειτουργούσε ελληνικό σχολείο.  

Ο πληθυσμός του χωριού κατά τα έτη 1891 και 1928:

  • περ. 300 άτομα (1891)
  • 420 άτομα (1900)
  • 480 άτομα (1905)
  • 540 άτομα (στις αρχές του 1913)
  • 511 άτομα (1913)
  • (1920)
  • 322 άτομα (1928) εκ των οποίων, οι 283 ήταν πρόσφυγες από το Άκαλαν της Ανατολικής Θράκης 

Σταυροδρόμι (Σερρών) / Старошево (Серско)

   Σύμφωνα με πληροφορίες, οι σλαβόφωνοι κάτοικοι του χωριού μετανάστευσαν από την περιοχή της Στρούμιτσας κατά τον 18ο αιώνα, μεταβάλλοντας την πληθυσμιακή του δομή, η οποία μέχρι τότε συμπεριλάμβανε μόνο μερικούς Μουσουλμάνους. Για άγνωστους, όμως, λόγους, αναφέρονται Μουσουλμάνοι στο χωριό μόνο το 1873 σε μια πρόχειρη βουλγαρική απογραφή, ενώ αργότερα ποτέ.
   Οι βασικοί κάτοικοι του χωριού ήταν Σλάβοι, αργότερα Βουλγαρίζοντες και Ελληνίζοντες. Ο Γκεόργκι Στρέζοφ, το 1891 περιγράφει με δυο λόγια πώς ήταν η κατάσταση:

''Σταρόσοβο, τσιφλίκι του Σαρή Μπέη από τη Θεσσαλονίκη. 1/2 ώρα μέχρι το χωριό Μπούτκοβο (Κερκίνη) και 3 ώρες νότια από τα Άνω Πορρόια. Ελληνική εκκλησία. Νέο σχολικό κτίριο, στο οποίο διδάσκουν μικτά. 70 σπίτια Βουλγάρων αγροτών.''

   Όντως, είναι αλήθεια ότι υπήρχε ένας πυρήνας πατριαρχικών Σλάβων (σλαβόφωνων Ελλήνων) στο χωριό, γύρω στους 25, όπως προκύπτει από την αφαίρεση των προσφύγων από το συνολικό πληθυσμό του χωριού, κατά την απογραφή του 1928. Η παραπάνω θέση επιβεβαιώνεται και από μια βουλγαρική πηγή, η οποία θα αναλυθεί παρακάτω. Επίσης, υπήρχε όντως ένα ελληνικό σχολείο. Κατά τα έτος 1898-1899 η Επιτροπή Ελληνικού Φιλολογικού Συλλόγου Κων/πόλεως, έστειλε μέσω του προξενείου Σερρών, ορισμένα εμβάσματα για την συντήρηση των ελληνικών σχολείων στη περιοχή. Μεταξύ άλλων, προορίζονταν 12 οθωμανικές λίρες για τον Χρήστο Παπαϊωάννου, δάσκαλο του Σταρόσοβου. Την ύπαρξη σχολείου επικυρώνει και ο Brancoff αναφέροντας ότι στο χωριό υπήρχε ένα σχολείο με 30 μαθητές.
   Με βάση τα Βουλγαρικά στοιχεία, δίνεται η δυνατότητα να υπολογιστεί ο αριθμός των κατοίκων του χωριού στα έτη 1891, 1900 και 1905. Συγκεκριμένα:

  1. ''70 Βουλγαρικά σπίτια'' (περίπου 350 άτομα), Στρέζοφ 1891
  2. ''460 Βούλγαροι χριστιανοί'', Κάντσοφ 1900
  3. ''488 Βούλγαροι εξαρχικοί και 56 πατριαρχικοί Γραικομανοί'', Brancoff 1905
   Από τα παραπάνω γίνεται αντιληπτό ότι ενώ μέχρι το 1905 υπάρχει μια αύξηση του πληθυσμού, φαινόμενο που παρατηρείται στα περισσότερα χωριά της περιοχής, φτάνοντας συγκεκριμένα τα 544 άτομα, γύρω στα 150 άτομα εγκαταλείπουν το χωριό στην περίοδο 1912-1913, ως αποτέλεσμα των πολεμικών αναταραχών εκείνων των χρόνων. Συγκεκριμένα, όπως φαίνεται, κάθε χωριό που έστειλε εθελοντές στο Βουλγαρικό Στρατό το 1912, πλήρωσε ένα τίμημα, με μεγαλύτερο στη περιοχή αυτό των Άνω και Κάτω Πορροΐων, τα οποία παραδόθηκαν στις φλόγες από τον ελληνικό στρατό στις 9 Ιουλίου 1913. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι μαζί με τους βουλγαρίζοντες Σλάβους, μετανάστευσαν και αρκετές οικογένειες ελληνιζόντων, οι μισές του χωριού. Ενδεχομένως, έχοντας στενές σχέσεις με τους βουλγαρίζοντες, αποφάσισαν να τους ακολουθήσουν. Συνεπώς, δεν ισχύει ο ισχυρισμός του Γενικου Επιτελείου Στρατού περί 30 μόλις προσφύγων από το Σταρόσοβο. Η διαφορά αποτυπώνεται και στην απογραφή του 1913, οπότε οι κάτοικοι είναι 404. Οι εθελοντές που στάλθηκαν από το Σταρόσοβο στη Μακεδονο-Αδριανουπολίτικη Οργάνωση το 1912 ήταν μόλις 2, με σκοπό την βουλγαρική απελευθέρωση της Μακεδονίας. Όταν η Βουλγαρία έχασε τον πόλεμο, 150 άτομα, πιθανότατα οι οικογένειες των εθελοντών (σε ευρύτερο πλαίσιο) και άλλοι βουλγαρίζοντες, εγκατέλειψαν το χωριό. Λίγους μήνες αργότερα, στην απογραφή του 1913, οι κάτοικοι του Σταρόσοβου αριθμούσαν σε 404.
   Ο πληθυσμός έμεινε σταθερός μέχρι το 1924, οπότε υποστηρίζει ο Ιορντάν Ιβάνοφ ότι στο Σταρόσοβο ζούσαν 80 βουλγαρικές οικογένειες (εκ των οποίων 5 οικογένειες ''Γραικομανών''). Το 1925, αμέσως μετά το επεισόδιο του Πετρίτς, οι Βουλγαρίζοντες φοβούμενοι τυχόν αντίποινα από την ελληνική πλευρά εγκατέλειψαν μαζικά το χωριό και εγκαταστάθηκαν στη περιοχή του Πετρίτς. Εκείνη τη περίοδο υποβλήθηκαν 44 αιτήσεις από το Σταρόσοβο για την εθελούσια μετανάστευση, βάσει της συνθήκης του Νεϊγύ. 
    Οι 5 οικογένειες ''Γραικομανών'', θα αποτελέσουν τους ντόπιους Σλαβόφωνους Έλληνες. Μερικά χρόνια μετα, 214 πρόσφυγες ήρθαν στο χωριό από την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο. Ο πληθυσμός του χωριού το 1928 ήταν 242 άτομα.

Ο πληθυσμός του Σταρόσοβου και έπειτα Σταυροδρομίου:


  • περ. 350 άτομα (1891)
  • 460 άτομα (1900)
  • 544 άτομα (1905)
  • 404 άτομα (1913)
  • - (1920)
  • περ. 400 άτομα (1924)
  • 242 άτομα (1928) εκ των οποίων 214 πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη και τον Πόντο.  

2 σχόλια:

  1. καλησπερα!μηπως θα μπορουσατε να μου πειτε που μπορω να βρω αυτο το χαρτη του γεωγραφικου ινστιτουτου της ρωμης του 1903?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλησπέρα. Σας στέλνω έναν σύνδεσμο με τον χάρτη. https://3.bp.blogspot.com/-B29Ix_KwujA/V5so2UUUGsI/AAAAAAAAA3Q/Wu0La1mgDA4Q-1A0-FEiGd30MUk2gU8sACLcB/s1600/%25CE%25A7%25CE%25B1%25CC%2581%25CF%2581%25CF%2584%25CE%25B7%25CF%2582%2B%25CE%2595%25CE%25BB%25CE%25BB%25CE%25B7%25CE%25BD%25CE%25B9%25CE%25BA%25CE%25B1%25CC%2581%2B%25CF%2583%25CF%2587%25CE%25BF%25CE%25BB%25CE%25B5%25CE%25B9%25CC%2581%25CE%25B1%2B1903.jpg

      Διαγραφή