Δευτέρα, 9 Μαΐου 2016

Θεοδοσία - Μία αρχαία ελληνική πόλη στην Κριμαία

Η Θεοδοσία είναι ένα δοικητικό, βιομηχανικό και πολιτιστικό κέντρο στη νοτιοανατολική Κριμαία, νοτιοδυτικά από τη χερσόνησο του Κερτς. Αποτελεί μια από τις αποικίες των αρχαίων Ελλήνων στην Κριμαία, η οποία ήταν γνωστή εκείνη την εποχή ως Ταυρική. Ενώ, λοιπόν, οι πρώτες εγκαταστάσεις Ελλήνων αποίκων στην περιοχή έλαβαν χώρα κατά τα τέλη του 7ου αιώνα, η Θεοδοσία πρέπει να εγκαθιδρύθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.. Πληροφορίες για τη σύστασή της βρίσκει κανείς στο βιβλίο "Περίπλους" του Αρριανού, σύμφωνα με τον οποίο, οι ιδρυτές της ήταν Ίωνες από τη Μίλητο. Για άγνωστους λόγους ερημώθηκε από την περίοδο του πρώιμου Μεσαίωνα, όπως αποτυπώνεται στην απόλυτη απουσία ευρημάτων από τη Ρωμαϊκή περίοδο στις μέχρι τώρα έρευνες. Κατά τον 13ο αιώνα, Γενουάτες άποικοι κυρίεψαν τη περιοχή και ίδρυσαν την πόλη Καφφά, ονομασία που θεωρείται μέχρι και σήμερα ως το μεσαιωνικό όνομα της Θεοδοσίας. Ακολούθησε η κατάληψη της Καφφά από τους Οθωμανούς το 1475.  

Η πόλη άλλαξε χέρια το 1873, όταν ενσωματώθηκε στην Ρωσία. Περίπου δύο δεκαετίες νωρίτερα, στα πλαίσια της κατασκευής ενός νέου λιμανιού σε κοντινή απόσταση, ήρθε στο φως πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων, τα αρχαιότερα των οποίων χρονολογούνται ανάμεσα στα τέλη του 6ου και στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.. Μερικοί από αυτούς που ασχολήθηκαν με την περαιτέρω έρευνα της περιοχής ήταν ο μηχανικός A. L. Berthier de Lagarde, η I. B. Zeest, ο I. K. Aivazovsky, ο διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου του Κερτς A. E. Lyutsenko, καθώς και άλλοι. 

Οι πρώτες μεγάλες ανασκαφές διεξήχθησαν το καλοκαίρι του 1853, υπό τον I. K. Aivazovsky. Από τους 5 τύμβους που ανακάλυψε, ο ένας περιείχε ένα χρυσό γυναικείο κεφάλι, ένα ζευγάρι χρυσά σκουλαρίκια και ένα μεγάλο χρυσό περιδέραιο, όλα στα πλαίσια της τέχνης των αρχαίων Αθηναίων χρυσοχόων εκείνης της εποχής. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στα σκουλαρίκια ήταν αποτυπωμένη με μεγάλη λεπτομέρεια η αναπαράσταση τεσσάρων αλόγων να σέρνουν ένα άρμα, με τη φτερωτή θεά Νίκη να τραβά τα ηνία των αλόγων. Στους υπόλοιπους τύμβους δεν βρέθηκε τίποτε άλλο, παρά στάχτες και θραύσματα από πύλινα αγγεία. 

Καθώς ο I. K. Aivazovsky δεν ανέφερε λεπτομέρειες για την τοποθεσία των παραπάνω τύμβων, ο A. E. Lyutsenko επισήμανε ότι οι τύμβοι αυτοί βρίσκονται κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Ηλία. Η έρευνα που διεξήχθη από τον I. K. Aivazovsky θεωρήθηκε από τον A. E. Lyutsenko ως πρόχειρη και από τους 80 λάκκους που έσκαψε η ομάδα του I. K. Aivazovsky, το 1856 ο A. E. Lyutsenko ξαναέσκαψε σε 3 από αυτούς και ανακάλυψε άλλους 20 τύμβους.

Ο επόμενος που ασχολήθηκε με την νεκρόπολη της αρχαίας Θεοδοσίας ήταν ο A. L. Bethier de Lagarde το 1894. Οι έρευνές του στρέφονταν στις βόρειες πλαγιές του όρους Tepe-Oba, νοτίως της σημερινής πόλης, όπου κατά την γνώμη του υπήρχε μία άλλη "απόμακρη Θεοδοσία". O M. I. Rostovtsev αναλύοντας όλα τα αποτελέσματα από τις παραπάνω έρευνες, ξεχώρισε πολλά στοιχεία που δεν συναντούνταν σε άλλες αρχαίες πόλεις της Κριμαίας, όπως το Ποντικαπαίον. Επιπλέον, σημείωσε ότι δεν επρόκειτο για τάφους με χαρακτηριστικά μικτού τύπου, που παρέπεμπουν στη σκυθική παράδοση, αλλά με καθαρά ελληνικό χαρακτήρα. Σύμφωνα πάλι με τον M. I. Rostovtsev, υπήρχε μόνο ένας τάφος με έναν αρύβαλλο (είδος αγγείου) του 6ου αιώνα, και όλα τα υπόλοιπα ευρήματα χρονολογούνταν στον 5ο-4ο αιώνα π.Χ..
  
Το 1973, περαιτέρω ανασκαφές στην "απόμακρη Θεοδοσία" από τον A. I. Aibabin έφεραν στο φως έναν ακόμη τύμβο. Μέσα σε αυτόν βρέθηκε ένας αμφορέας με τέφρα, έχοντας στο εξωτερικό του γεωμετρικά μοτίβα τριγώνων, χαρακτηριστικό εύρημα μεταξύ των αγγείων από την Αθήνα και την Κόρινθο (τέλη 4ου αι. - μέσα 3ου αι. π.Χ.).

Κατά τη περίοδο 1977-1994 η Νεκρόπολις της Θεοδοσίας μελετάται από μια καμπάνια του Μουσείου της πόλης. Σκοπός της ήταν η ανακάλυψη των τοποθεσιών των πρώτων τύμβων που έγιναν γνωστοί τον 19ο αιώνα και η εξαγωγή περαιτέρω συμπερασμάτων. Ήδη το 1977 βρέθηκε μια τοποθεσία στους βόρειους λόφους του όρους Tepe-Oba, όπου λάμβαναν μέρος αποτεφρώσεις από τα τέλη του 4ου έως τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. Μεταξύ των ευρημάτων ήταν μια στλεγγίδα, υπολείμματα από καμμένο ξύλο, σιδερένια καρφιά και θραύσματα από ερυθρόμορφη αγγειοπλαστική, πάνω στα οποία απεικονίζονταν μάχες ενός ήρωα με γρύπες και αμαζονομαχία. Σε ένα λάκκο λίγο πιο μακριά βρέθηκε ο τάφος μιας γυναίκας με ένα κρεμαστό κόσμημα, το οποίο εκτιμήθηκε να είναι του 4ου αιώνα π.Χ. Τα κοινά των δύο παραπάνω τάφων, συναντούνταν στους περισσότερους αρχαίους ελληνικούς τάφους της Θεοδοσίας: Οι καύσεις των νεκρών δεν λάμβαναν μέρος πολύ κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, η τοποθεσία είχε προετοιμαστεί από πριν, υπήρχε άξονας των κατευθύνσεων με βάση τον οποίο οι νεκροί έκλιναν το κεφάλι τους προς τα νοτιοανατολικά και μετά την καύση, οι τέφρες θάβονταν ξεχωριστά από τα κάρβουνα. Έπειτα, οι τοποθεσίες καλύπτονταν από μισό μέτρο χώμα.

 Το 1978-1979 ανακαλύφθηκε ένας τύμβος διαμέτρου 15 μέτρων. Σε αυτόν βρέθηκαν ένας άνδρας καθώς και τρία νεογέννητα παιδιά, τα οποία είχαν τοποθετηθεί μέσα σε αμφορείς. Τα ευρήματα σε αυτόν τον τύμβο κυμαίνονται ανάμεσα στα τέλη του 4ου και στα μέσα του 3ου αιώνα π.Χ. Από έρευνες που έλαβαν χώρα εξήχθη το συμπέρασμα ότι πρόκειται για οικογενειακό τάφο. Στο σύνολό τους, οι ανασκαφές στο όρος Tepe-Oba έδειξαν ότι οι τάφοι, οι οποίοι κατασκευάστηκαν στο 4ο-3ο αιώνα π.Χ., ήταν στο βόρειο μέρος πρωιμότεροι από αυτούς σε χαμηλότερο υψόμετρο.

Ένας ακόμη τάφος ανακαλύφθηκε το 1994 στο ίδιο όρος. Το πάτωμα του ήταν από λεπτούς κορμούς πεύκου, ενώ παράλληλα βρέθηκαν ένα χάλκινο νόμισμα, το οποίο συνηθιζόταν από τους εκείθεν Έλληνες να τοποθετείται στο στόμα του νεκρού, και ένα έντονα οξειδωμένο μεταλλικό αντικείμενο. Από αυτό ξεχώριζε ένα έμβολο, δίνοντας την εντύπωση ότι αποτελούσε μία στρατιωτική στολή και άρα ο νεκρός ήταν στρατιώτης. Βρέθηκαν, επίσης, σε θραύσματα μία πελίκη και ένας δοχείο. Το δοχείο αυτό παρουσιάζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς αποτελούσε κάτι ενδιάμεσο μεταξύ ενός αμφορέα και μιας οινοχόης. Η χρονολογία της κατασκευής του δοχείου ορίστηκε στα μέσα του 4ου αιώνα π.Χ. Στο εξωτερικό του είναι απεικονίζονται μάχες των Αριμασπών, μονόφθαλμων γιγάντων της Σκυθίας, να καβαλούν γρύπες και να πολεμούν με μία σφήκα με κεφάλι λέοντα. Σε άλλο αγγεία στην ίδια τοποθεσία ήταν ζωγραφισμένη η φτερωτή θεά Νίκη η οποία οδηγούσε μια ομάδα τεσσάρων αλόγων προς τα δεξιά.
Τα αποτελέσματα της καμπάνιας του Μουσείου της Θεοδοσίας έδειξαν τρία βασικά είδη ταφής: 1) καύση των νεκρών στο σημείο του βραχώδους υποστρώματος και ταφή των ανθρώπινων απομειναρίων σε άλλο μέρος, 2) καύση των νεκρών σε μία τρύπα ενός τύμβου που έχει ορθωθεί παλαιότερα, 3) τύμβοι οι οποίοι ορθόνωνταν πάνω από το σημείο της καύσης, με τα απομεινάρια είτε να έχουν ταφεί αλλού, είτε να έχουν αφεθεί εκεί.

Σε γενικά πλαίσια, παρουσιάζονται πολύ λίγες διαφορές συγκριτικά με τον τρόπο ταφής των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων της Ταυρικής. Προκαλεί εντύπωση, δε, το γεγονός ότι κατά 90% των περιπτώσεων γινόταν καύση των νεκρών, σε αντίθεση με άλλες ελληνικές γειτονικές πόλεις (Χερσώνα, Ποντικαπαίον, Νυμφαίον). Είναι γνωστό ότι το τελετουργικό της καύσης των νεκρών ήρθε στη Κριμαία με τους Έλληνες αποίκους. Η τήρηση ή όχι αυτού του τελετουργικού δεν έχει θρησκευτικό ή εθνικό χαρακτήρα. Ο λόγος που η καύση των νεκρών στην Θεοδοσία ήταν τόσο δημοφιλής οφείλεται σε δύο παράγοντες: 1) Η Θεοδοσία, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες πόλεις είχε τεράστιες πηγές ξυλείας, στοιχείο που επιτρέπει αυτή τη διαδικασία. 2) Η καύση των νεκρών δεν απαιτούσε ιδιαίτερη προετοιμασία. Η έκταση αυτού του φαινομένου δείχνει την ομοιομορφία μεταξύ των πολιτών.

Το όνομα Θεοδοσία συναντάνται για πρώτη φορά σε λόγο του Αθηναίου ρήτορα Δημοσθένη με το όνομα "Προς Λεπτίνην" (335/4 π.Χ.) καθώς και στο λόγο του "Προς Λακρίτον". Για καιρό υπήρχαν πολλές διαφορετικές απόψεις για την προέλευση του ονόματος, κυρίως στρεφόμενες στην ύπαρξη μιας άλλης παρόμοιας ελληνικής ονομασίας πριν την καθιέρωση της ονομασίας "Θεοδοσία". Τελικά, ο V. D. Blavatsky για να συνοψίσει την εκτενή αυτή συζήτηση κατέληξε στο ότι η πόλη που ιδρύθηκε είχε το όνομα Θεοδοσία, εννοώντας δοσμένη από το Θεό. Το όνομα αντικατόπτριζε τη λατρεία του Απόλλωνα, προστάτη των αποίκων. Παρόλο που δεν δέχθηκαν όλοι οι ιστορικοί αυτή την ερμηνεία, το σίγουρο είναι ότι η πόλη είχε από την αρχή ελληνικό όνομα.

Ο Ισοκράτης κάνει λόγο περί το 410 για φυγάδες που ζούσαν στη Θεοδοσία, πιθανότατα μετά τον σχηματισμό του Βασιλείου του Βοσπόρου λίγο βορειότερα. Καθόλη τη διάρκεια του 5ου αιώνα π.Χ. η Θεοδοσία διατηρούσε την ανεξαρτησία της, γεγονός που την καθιστούσε τον μοναδικό ανταγωνιστή του Βασιλείου του Βοσπόρου, πέρα από το Νυμφαίον. Ο πόλεμος της πόλης με αυτό ξεκίνησε στα τέλη του 4ου αιώνα από τον βασιλιά Λεύκων Α'. Δεν είναι απολύτως γνωστό πότε καταλήφθηκε η Θεοδοσία, αλλά η εκπόρθηση της υπολογίζεται περίπου στο 360 π.Χ. Φαίνεται ότι η ελληνική πόλη Ηράκλεια βοήθησε την Θεοδοσία να πολεμήσει τον Λεύκωνα Α', στέλνοντας σαράντα πολεμικά πλοία γι' αυτό τον σκοπό. Από την άλλη μεριά, ο ρήτορας Πολύαινος μιλά για σκυθικά στρατεύματα υπό την υπηρεσία του Λεύκωνα, δείχνοντας ότι οι Σκύθες έλαβαν μέρος σε αυτόν τον αγώνα με το πλευρό του Βασιλείου του Βοσπόρου. 

Η πολιτική οργάνωση της Θεοδοσίας στην αρχαιότητα δείχνει ακατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη ισχυρών αριστοκρατικών κομμάτων. Υπήρχαν, ωστόσο, δύο μερίδες του πληθυσμού: οι μεγαλογαιοκτήμονες και οι υπόλοιποι στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν μικρογαιοκτήμονες και αγρότες. Η αυτοδιοίκηση της πόλης απέρρεε από την λαϊκή συνέλευση. Ο πληθυσμός της στα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ. ήταν γύρω στα 2.500 άτομα, εκ των οποίων 600 περίπου αποτελούσαν την πολιτοφυλακή της πόλης.

Οι άνθρωποι με τους οποίους οι κάτοικοι της Θεοδοσίας είχαν επαφές ήταν οι "Ταύροι" (Taurians), οι οποίοι κατά τον Στράβωνα και τον Ηρόδοτο ήταν πολεμική φυλή των Σκυθών, που κατείχε ένα μεγάλο μέρος της Χερσονήσου. Ωστόσο, σε παλαιότερες αναφορές (Όμηρος-8ος αιώνας π.Χ.) εμφανιζόταν το όνομα Κιμμέριοι (Cimmerians), οι οποίοι ήταν νομάδες που κατοίκουσαν στη βόρεια Μαύρη Θάλασσα την εποχή πριν τους Σκύθες. Πιθανότατα, ο όρος Κιμμέριοι παραπέμπει σε μία "μετακινούμενη ομάδα" και όχι σε ένα έθνος. Από εδώ καταλαβαίνει κανείς γιατί οι Έλληνες αποκαλούσαν Κιμμέριους τόσο τους ντόπιους νομάδες της Κριμαίας, όσο και τους νομάδες Σκύθες της ενδοχώρας βορείως της Μαύρης Θάλασσας.

Οι Έλληνες, στην προσπάθειά τους να προσαρμοστούν στην περιοχή της Κριμαίας με το δριμύτατο ψύχος, παρακινήθηκαν να αναπτύξουν επαφές με τον ντόπιο πληθυσμό. Αντάλασσαν μεταξύ τους βοδινό κρέας, δέρματα, και κέτσες. Αυτού του είδους οι συναλλαγές έφεραν κοντά τα χωριά με τη Θεοδοσία, σε βαθμό που τα δεύτερα ενσωματώθηκαν στη δικαιοδοσία της πόλης. Αυτά τα χωριά κάλυπταν μια λωρίδα 5-15 χιλιομέτρων πλατιά από το Ποντικαπαίον μέχρι τητη Θεοδοσία, η οποία δεν κατοικούνταν παλαιότερα, και άλλοι κατοικούσαν διάσπαρτα δυτικότερα στην ενδοχώρα της Κριμαίας.

Όσον αφορά τους οικισμούς δυτικότερα, αυτοί ανάγονται στον 5ο αιώνα π.Χ. Έρευνες σχετικά με αυτά διεξήγαγε η I. T. Kruglkova το 1956. Τα ευρήματα που βρήκε ήταν κόκκαλα οικόσιτων ζώων, ένα σιδερένιο μαχαίρι, κεφαλές από βέλη και θραύσματα από εισαγόμενους αμφορείς των περιόδων μεταξύ 5ου και 3ου αιώνα π.Χ. Μερικές από τις σημερινές τοποθεσίες είναι τα χωριά Subashi, Zhuravki και Novopokrovka. Στην "απόμακρη" Θεοδοσία, βρέθηκε πλήθος πολεμικών αντικειμένων στους τύμβους, οδηγώντας μας στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για εγκαταστάσεις Ταύρων.      

To 1994-1995 το Μουσείο της Θεοδοσίας ανακάλυψε έναν ακόμη οικισμό στις βόρειες πλαγιές του όρους Tepe-Oba. Παρόλο που με δυσκολία έβρισκε κανείς τα ίχνη των κατοικιών, ήταν εμφανείς οι λάκκοι όπου αποθήκευαν τα σιτηρά τους. Οι πρώτοι κάτοικοι πρέπει να έφθασαν εκεί κατά τον 6ο αιώνα π.Χ., όπως αποδεικνύεται από ένα θράυσμα ενός αμφορέα από τη Θάσο. Κατά τον 5ο αιώνα, αναπτύχθηκε ιδιαίτερα γεγονός που αποτυπώνεται ξανά στα ευρήματα. Η πληθώρα θραυσμάτων των ελληνικών αμφορέων από τη Σινώπη, την Ηράκλεια, τη Θάσο και άλλα μέρη, δείχνεί ότι οι κάτοικοι αυτοί είχαν επαφές με τους Έλληνες της Θεοδοσίας. Παρόλο που κόκαλα ψαριών δείχνουν ότι ασχολούνταν με την αλιεία, το σίγουρο είναι ότι η βάση της οικονομίας αυτού του οικισμού ήταν η καλλιέργεια σιτηρών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου