Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Μακεδονικές Υποθέσεις 2: Πώς ένα χωριό γίνεται "ελληνικό" ή "βουλγαρικό"; Η περίπτωση των χωριών στον καζά Πετριτσίου στα τέλη του 1906


«[...]Μετά χαράς, ως και χθες τηλεγράφησα, αναγγέλω εις την Υμ. Παναγιότητα, ότι δύο χωρία της επαρχίας Πετρίτσης, το Μίτινο εκ 40 οικιών συνιστάμενον και το Συρπάνι εξ 60, οικεία βουλήσει προσήλθον εις την Ι. Μητρόπολιν και επέδωκαν αναφοράν, νομίμως υπογεγγραμμένην και σεσημασμένην δια της σφραγίδος του χωρίου, δι' ής αναγνωρίζουσι τον Οικουμενικόν Πατριάρχην και την ιεράν Μητρόπολιν Μελενίκου ως πνευματικήν και εκκλησιαστικήν αυτών αρχήν. [...] Πλησίον της Πετρίτσης ορθόδοξα υπάρχουσι δύο έτερα χωρία, Κάμενα και Κολάροβο εκ 40 και 25 οικιών, τα οποία στερούνται ιερέων και διδασκάλων»[1].

Χάρτης του Λιθογραφείου Κοντογόνη με τίτλο "Θεσσαλονίκη", 1910. Φαίνονται τα χωριά του καζά Πετριτσίου, τα οποία αναφέρονται σε αυτή την υπόθεση (από δυτικά προς τα ανατολικά): Γιαβόρνιτσα, Κάμινα, Κολάροβον, Γιουρουκλερί μαχαλάδες (νοτιοανατολικά από το Πετρίτσι), Τοπόλνιτσα, και προς βορρά παράλληλα με τον ποταμό Στρυμόνα: Μιτίνοβον, Σιρμπάνοβον και Στάρτσοβον. Η Μπογορόντιτσα βρίσκεται εκτός των ορίων του χάρτη.

Αντίστοιχα, μας πληροφορεί[2] ο Έλληνας Πρόξενος Σερρών, Αντώνιος Σακτούρης ότι:
«Λαμβάνω την τιμή να πληροφορήσω ευχαρίστως ότι εκ των βουλγαροφώνων χωρίων της πεδιάδος Πετρίτσης τρία, το Μίτινο, το Σιαρμπάνοβο και Τοπόλνιτσα, σχισματικά από δεκαετίας, δι' αναφοράς των προς τας τουρκικάς αρχάς Πετρίτσης και τον Μητροπολίτη Μελενίκου Αιμιλιανόν, εδήλωσαν ότι επανέρχονται εις την Ορθοδοξίαν. Κατόπιν της δηλώσεως ταύτης η Α. Σεβασμιότης ο Άγιος Μελενίκου μεταβάς εις τα εν λόγω χωρία, καθηγίασε τας  εκκλησίας των και συνεχώρησε και ευλόγησε τους επανελθόντας εις τους κόλπους της Μητρός εκκλησίας χωρικούς. Προς τοις ανωτέρω χωρίοις και έτερον, το Κολάροβον, είχε προηγουμένως δηλώσει επισήμως ότι επανέρχεται εις την Ορθοδοξίαν[3]».

                Πέρα από τα 3 σίγουρα χωριά στον καζά Πετριτσίου που ζήτησαν να επανέλθουν στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου (Μίτινο, Σιρμπάν ή Σιρμπάνοβο, Κολάροβο), αναφέρονται δύο διαφορετικά χωριά στις δύο πηγές: η Τοπόλνιτσα και η Κάμενα. Το πρώτο είναι δίπλα στους γιουρουκικούς μαχαλάδες απ’ όπου στρατολογήθηκαν ορισμένοι μουσουλμάνοι από το ελληνικό δίκτυο[4], ενώ υπήρχαν κατά το 1905 συνεννοήσεις από την ελληνική κοινότητα Άνω Τζουμαγιάς για τη δημιουργία ενός ελληνόφιλου πόλου στο χωριό[5]. Για το δεύτερο χωριό δεν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο στοιχείο. Αλλά ακόμα και να εντάχθηκαν και τα δύο, μαζί με τα υπόλοιπα, υπάρχει ένα σημείο που προκαλεί ερωτηματικά. Τόσο ο Σακτούρης όσο και ο Αιμιλιανός μιλούν για 10 με 11 χρόνια υπαγωγή στην Εξαρχία. Γνωρίζουμε ότι πολλά χωριά αναγκάστηκαν να δεχθούν την Εξαρχία υπό την πίεση των όπλων. Αλλα είναι όντως τόσο απλό; Δηλαδή, πήγαινε ένα βράδυ μια ένοπλη συμμορία τους πίεζε και άλλαζαν στρατόπεδο με τη βία; Η αλήθεια είναι αρκετά μακριά από αυτό.

                Τα χωριά χωρίζονταν, ανάλογα με τις εθνοτικές τους ομάδες σε διάφορες παρατάξεις. Αλλά προτού προχωρήσουμε, οφείλω να διευκρινίσω τα εξής:

·         Χωριό ή Πόλη: Οικισμός όπου φιλοξενείται ένας αριθμός ανθρώπων, είτε ίδιων είτε διαφορετικών εθνοτικών ομάδων, και μέσα στον οποίο υπάρχουν μία ή περισσότερες κοινότητες.

·         Κοινότητα: Μια ομάδα οικογενειών σε ένα χωριό, συνήθως με ίδιο εθνοτικό χαρακτήρα, που υπάρχει σαν νομικό πρόσωπο και που διατηρεί το δικό της σχολείο, εκκλησία και άλλα ιδρύματα μέσα σε ένα χωριό ή πόλη. Είχε το δικό της ταμείο, σφραγίδες, πηγές εσόδων κ.ά.. Οι κοινότητες ήταν προσανατολισμένες προς τις εντολές του εκάστοτε εθνικού δικτύου, του οποίου αποτελούσαν μέρος. Έτσι, μια κοινότητα ενός χωριού ή μιας πόλης ταυτιζόταν με την παράταξη ή το κόμμα.

·         Ο αντίθετος πόλος ή η αφανής μειοψηφία μπορεί να είναι μια ομάδα ελάχιστων οικογενειών που είναι αντίθετοι με την παρούσα υπαγωγή του χωριού τους, που δεν έχουν, προς στιγμήν, τη δύναμη να σχηματίσουν μια ξεχωριστή κοινότητα και δεν υπάρχουν σαν νομικό πρόσωπο.

·         Ενας πόλος γενικότερα ήταν μια ομάδα ατόμων, με εμμονή στις εθνικές της θέσεις, σε αντίθεση με την απρόσωπη πλειοψηφία, η οποία με διάφορους τρόπους μεταπηδούσε συνεχώς από την μία κοινότητα στην άλλη, κατόπιν πιέσεων από τον εκάστοτε πόλο.

                Στην περίπτωση των χωριών που επέστρεψαν, μιλούμε για μικρές σλαβόφωνες χριστιανικές κοινότητες. Μέσα σε τέτοιου είδους κοινότητες, υπήρχαν συνήθως δύο πόλοι ή πηγές επιρροής. Έτσι, υπήρχε ο ελληνικός πόλος και ο βουλγαρικός και στη μέση αυτών, η απρόσωπη πλειοψηφία. Η κοινότητα σαν σύνολο, άλλαζε δίκτυο (εκκλησιαστικό – εκπαιδευτικό – ένοπλο) όταν επικρατούσε ο αντίπαλος πόλος. Για να γίνει αυτό, σε τελική ανάλυση έπρεπε να υπογράψουν, όσοι είχαν δικαίωμα ψήφου, μια έκθεση η οποία θα δήλωνε ότι «εμείς, οι κάτοικοι του συγκεκριμένου χωριού, ζητούμε την υπαγωγή...». Στην ουσία αυτοί ήταν η πλειοψηφία (ο ένας πόλος μαζί με τους οπαδούς του), όχι όλοι όσοι είχαν το δικαίωμα να ψηφίσουν, διότι πέρα απ’ αυτούς, σε κάθε χωριό ή κοινότητα υπάρχει η συχνά αφανής μειοψηφία (ο αντίθετος πόλος). Τα μέσα που χρησιμοποιούσαν οι δύο πόλοι ήταν: η τρομοκρατία, η κατήχηση – προπαγάνδα, ο οικονομικός πόλεμος, η συκοφαντία στις αρχές κ.ά. και είχαν ως σκοπό να προσελκύσουν όσο το δυνατόν περισσότερους οπαδούς, ώστε να είναι τόσο δυνατοί προκειμένου να αποκτήσουν τον έλεγχο της κοινότητας.

                Σε μεγαλύτερα χωριά πρωτίστως όλοι υπάγονταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Από το 1870’ και εξής, εάν υπήρχαν 20-25 οικογένειες που επιθυμούσαν να ακολουθήσουν διαφορετική πορεία, δημιουργούσαν μια ξεχωριστή κοινότητα[6]. Στα χρόνια που ακολουθούσαν οι οικογένειες του χωριού μετακυλούσαν από την μία κοινότητα στην άλλη, ανάλογα με τη πίεση ή την προπαγάνδα που δέχονταν.

                Αν προσαρμόσουμε την παραπάνω ιδέα στην περίπτωση των χωριών, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε ότι, ο ελληνικός πόλος αυτών των χωριών πέτυχε να επικρατήσει σε αυτές τις κοινότητες και έτσι ζήτησαν να αλλάξουν υπάγωγή. Ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά αναφορά για ελληνικούς πόλους σε αυτά τα χωριά. Δεν υπάρχουν δηλαδή άτομα που να διατηρούν έναν κρυφό πυρήνα ελληνισμού, να έχουν συνδιαλλαγές με το Ελληνικό Προξενείο, να ζητούν με επιστολές βοήθεια από αυτό, να εντάσσονται σε ελληνικά ένοπλα σώματα κ.ό.κ.. Αν σκεφτούμε ότι επί 10 – 11 χρόνια αυτές οι κοινότητες ήταν εξαρχικές, δεν βρέθηκε ούτε μία ευκαιρία ώστε να δημιουργηθεί μια εστία αντίστασης απέναντι στην Εξαρχία, ούτε να σταλθεί ένα μήνυμα για βοήθεια στο ελληνικό δίκτυο;

                Αυτό που αναρωτιέται κανείς που διαβάζει γι’ αυτά τα χωριά, θα συνέβαινε μόνο εάν υπήρχαν ελληνόφιλοι σε αυτά. Από την στιγμή που δεν υπήρχαν, αυτό σημαίνει ότι η αλλαγή δεν έγινε βάσει εθνικού αισθήματος, αλλά βάσει προσωρινών συμφερόντων. Οι παρακάτω πηγές μπορούν να μας κατατοπίσουν.

1.       «Στα ανατολικά, στην περιοχή των Σερρών, ο αγώνας ήταν πιο περίπλοκος. Εδώ ο Σαντάνσκι δεν επιτείθετο μόνο στους Πατριαρχικούς αλλά επέδραμε και σε χωριά όπου επικρατούσαν οι Βερχοβιστές. Αντίστοιχα, συμμορίες Βερχοβιστών επιτίθονταν σε χωριά που είχαν δεχθεί την φατρία του Σαντάνσκι (Σεντραλιστές). Αυτές οι διαμάχες έδωσαν λίγο περιθώριο στους Έλληνες, αλλά παρά ταύτα χάθηκαν αρκετοί Πατριαρχικοί σε αυτούς τους αγώνες και ορθόδοξα χωριά στον καζά Σερρών και Ζίχνης ενιότε δέχονταν επιθέσεις[7]».

2.       Από την επιστολή του Αντρέι Τόσεφ, Νοέμβριος 1907 «Καζάς Πετριτσίου:
Εδώ και τέσσερα χρόνια (1904-1907), η ελληνική κοινότητα ηγείται της ελληνικής κίνησης στη περιοχή. Η κοινότητα αυτή βρήκε έναν καλό βοηθό στο πρόσωπο ενός από τους εκεί δασκάλους, αξιωματικού του ελληνικού στρατού, σταλμένου από την Αθήνα για να ρυθμίσει τις υποθέσεις του ελληνικού κομιτάτου σε αυτό το σημείο. Οι στρατολογημένοι αντάρτες είναι εν μέρει τοπικοί Τούρκοι πέριξ της πόλεως του Πέτριτς, από τα γύρω τουρκικά χωριά και επίσης Βούλγαροι Πατριαρχικοί από το μοναδικό γρεκομάνικο χωριό Στάρτσοβο[8]. Έναντι της καλής αμοιβής που λαμβάνουν, αυτοί οι πολεμιστές της ελληνικής ιδέας, είναι υποχρεωμένοι να σκοτώσουν τους Βούλγαρους, για τους οποίους λαμβάνουν εντολή, και να ενσταλάζουν τον τρόμο μεταξύ του βουλγαρικού πληθυσμού, κατόπιν γυρνούν ατιμώρητοι στα σπίτια τους ως ειρηνικοί και αθώοι υπήκοοι του Σουλτάνου. Η κοιλάδα του Πέτριτς, η οποία είναι το βασίλειο αυτών των πληρωμένων ληστών, δεν έχει σχεδόν καμιά βουλγαρική οργάνωση. Οι πατριώτες μας εκεί είναι χωρισμένοι εδώ και καιρό σε δύο στρατόπεδα – τους σεντραλιστές και τους βερχοβιστές – και ασχολούνται με την αυτο-εξόντωση και με την αποθάρρυνση των αγροτών. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, ο βουλγαρικός πληθυσμός είναι εκτεθειμένος σε απαίσια βάσανα. Γύρω στα 26 χωριά αυτού του καζά έχουν ήδη κλονιστεί πολύ και τείνουν προς το Πατριαρχείο. 6 εκ των οποίων κατά τον Αύγουστο (1907) ήθελαν επειγόντως να περάσουν υπό την δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, αλλά τους σταμάτησε το παρόν
status quo των εκκλησιών[9]».

3.       Από το σχετικό κείμενο του Μητροπολίτη Αιμιλιανού, ο οποίος γράφει για την επιστροφή αυτών των κοινοτήτων στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. «Είνε φοβερά η οικονομική κατάστασις των χωρικών, Παναγιώτατε. Το κομιτάτον, ή μάλλον τα όργανα αυτού όχι μόνον εξήντλησαν αυτούς χρηματικώς, αλλά τους εθανάτωσαν, διότι όχι μόνον τα σκεύη, τα έπιπλα, τους αροτήρας βους επώλησαν προς φορολογίαν, αλλά και αυτά τα πενιχρότατα ενδύματά των και, πολλάκις προέτρεπον αυτούς προς κλοπήν χάριν φορολογίας. Ιδού οι σωτήρες του βουλγαρικού δήθεν λαού, οι μέλλοντες ελευθερωταί αυτών από της τυραννίας των εκ Φαναρίου αρχιερέων. Εάν αποφασίση τις να στείλη άνθρωπον προς εξέτασιν των βιασμών, των κακουργιών, των πιέσεων, των δολοφονιών μεταξύ των εξαρχικών χωρίων, υπ' αυτών των κομιτών, θα φρίξη».

Ορισμένα από τα χωριά της υπόθεσης, κατά την στατιστική του Χαλκιόπουλου το 1910. Βλ. Χαλκιόπουλος Αθ.Μακεδονία. Βιλαέτια Θεσσαλονίκης - Μοναστηρίου, εν Αθήναις, 1910, σ. 59.

                Κατά συνέπεια, οι αιτίες που επέστρεψαν αυτά τα χωριά υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου είναι η αργυρολογία από μεριάς των βουλγαρικών συμμοριών που είχε ξεπεράσει κάθε όριο, η κόντρα μεταξύ σεντραλιστών και βερχοβιστών που είχε άμεσο αντίκτυπο στους χωρικούς, οι οποίοι τιμωρούνταν από την μία φατρία όταν δέχονταν τους αντιπάλους τους και το αντίστροφο και η πίεση από τις ελληνικές ένοπλες ομάδες. Όμως, αυτή η αλλαγή ήταν προσωρινή. Σύντομα θα χαθούν από το ελληνικό δίκτυο ώστε τρία χρόνια μετά, το 1910 στην στατιστική του Χαλκιόπουλου, το Μίτινο, το Σιρμπάνι και το Κολάροβο θα είναι πλέον καταχωρημένα ως «σχισματικά» και μόνο η Κάμενα και η Τοπόλνιτσα θα μείνουν ως ελληνικά στα χαρτιά. Η Τοπόλνιτσα ενώ ενσωματώθηκε το 1913 στην Ελλάδα, οι κάτοικοι γκρεμίσαν τα σπίτια τους, και μετέφεραν όλα τους τα υπάρχοντα ελάχιστα χιλιόμετρα βορειότερα, όπου ξανάχτισαν το χωριό τους, μέσα σε βουλγαρικό έδαφος. Η Κάμενα ενσωματώθηκε στη Βουλγαρία και δεν υπήρξε ούτε ένας ώστε να μεταναστεύσει, σε αντίθεση με το Σιρμπάνι, απ’ όπου έφτασαν 39 πρόσφυγες. Σίγουρα, μεγάλο αντίκτυπο στη πορεία της ελληνικής ιδέας στο καζά Πετριτσίου υπήρξε η διάλυση των ελληνικών κοινοτήτων των χωριών Στάρτσοβο, Μπογορόντιτσα, Κάμενα, Μίτινο, Σιρμπάνι και Γιαβούρνιτσα από τον Ντόντσο Ζλάτκωφ κατά τη διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου, με την έγκριση των Βουλγαρικών στρατευμάτων[10].
Καζάς Πετριτσίου
Μίσεφ 1905
Έγγραφα Δεκεμβρίου 1906
Δημοσθένης φλωριάς 1908
Πολιτοφύλακες 1909
Χαλκιόπουλος 1910
Ελληνικός Στρατός 1912 / Πρόσφυγες 1913
Πετρίτσι
1.276 Πατριαρχικοί
Ήδη πατριαρχικό
+ 135 Οικογένειες
1 πολιτοφύλακες
1.250 Ορθόδοξοι Έλληνες
13 οικογένειες (65 άτομα)
Στάρτσοβο
920 Πατριαρχικοί
Ήδη πατριαρχιό
+
6 πολιτοφύλακες
600 Ορθόδοξοι Έλληνες
109 οικογένειες (455 άτομα)
Μπογορόντιτσα[11]
760 Εξαρχικοί
Ήδη πατριαρχικό
+
10 πολιτοφύλακες
550 Ορθόδοξοι Έλληνες
19 οικογένειες (81 άτομα)
Σιρμπάν
304 Εξαρχικοί
+
+
2 πολιτοφύλακες
-
10 οικογένειες (39 άτομα)
Τοπόλνιτσα
224 Εξαρχικοί
+
-
0
150 Ορθόδοξοι Έλληνες
160 Σχισματικοί Βουλγαρίζοντες (1912)
Γιαβούρνιτσα
200 Πατριαρχικοί
-
+
0
60 Ορθόδοξοι Έλληνες
-
Μίτινο
256 Εξαρχικοί
+
+
2 πολιτοφύλακες
-
-
Σμόλαρι
784 Εξαρχικοί
-
+
3 πολιτοφύλακες
100 Ορθόδοξοι Έλληνες
-
Κάμενα
176 πατριαρχικοί
+
+
0
125 Ορθόδοξοι Έλληνες
-
Κολάροβο
208 Εξαρχικοί
+
+
0
-
-

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Θεσσαλονίκη [χάρτης]. -- Κλίμακα: 1: 200.000 ή 1εκ. ανά 2 χιλ. (Δ 40 30΄- 41 30΄/Β 40 30΄- 41 30΄). . -- Αθήναι : Γ. Κοντογόνης, 1910

ΑΥΕ 1905, ΑΑΚ/Β’, Προξενείο Θεσσαλονίκης, αρ. πρωτ. 843
AYE 1906, Προξενείο Θεσσαλονίκης, αρ. εμπ. πρωτ. 447
НА БАН, ф. 175, оп. 1, а. е. 33, л. 1-302.

Αργυρόπουλος Περικλής Α., Ο Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1957.
Βλάχος Ιωάννης, "Ο Μακεδονικός Αγών εις την περιοχήν Μελενίκου (Εκθέσεις Μητροπολιτών Ειρηναίου και Αιμιλιανού)", στα Σερραϊκά Χρονικά, τομ. Η', Αθήνα, 1979, σ. 83-154.
Brancoff D. M., La Macedoine et la population Chretienne, Paris, 1905.
Διπλωματικά Έγγραφα 1913-1917, Ελληνοσερβική Συνθήκη Συμμαχίας. Εισβολή Γερμανοβουλγάρων εις Μακεδονίαν, εκδ. Β', Υπουργείο Εξωτερικών, Εν Αθήναις, 1920.
Douglas Dakin, The Greek Struggle in Macedonia 1897-1913, Museum of The Macedonian Struggle. Institute For Balkan Studies, Thessaloniki, 1993.
Λαούρδας Β., Πέννας Π., "Σημειώσεις και οδηγίαι Δημοσθένους Φλωριά", στα Σερραϊκά Χρονικά, τομ. Δ', Αθήνα, 1963, σ. 97-144.
Λαούρδας Β., Πέννας Π., "Ο Μακεδονικός Αγών εις την περιοχήν των Σερρών κατά το 1907 (Εκθέσεις του προξένου Σαχτούρη)", στα Σερραϊκά Χρονικά, τ. Γ’, Αθήνα, 1959, σ. 5-143.
Μπάκας Ιωάννης Θ., Ο ελληνισμός και η μητροπολιτική περιφέρεια Μελενοίκου 1850-1912, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2003.
Στατιστικοί Πίνακες του πληθυσμού κατ' εθνικότητας των νομών Σερρών και Δράμας, Αθήνα, Επιτελική Υπηρεσία του Ελληνικού Στρατού, 1919.
Χαλκιόπουλος Αθ., Μακεδονία. Βιλαέτια Θεσσαλονίκης - Μοναστηρίου, εν Αθήναις, 1910.


[1] Βλάχος Ιωάννης, "Ο Μακεδονικός Αγών εις την περιοχήν Μελενίκου (Εκθέσεις Μητροπολιτών Ειρηναίου και Αιμιλιανού)", στα Σερραϊκά Χρονικά, τομ. Η', Αθήνα, 1979, σ. 106-108.
[2] Λαούρδας Β., Πέννας Π., "Ο Μακεδονικός Αγών εις την περιοχήν των Σερρών κατά το 1907 (Εκθέσεις του προξένου Σαχτούρη)", στα Σερραϊκά Χρονικά, τ. Γ’, Αθήνα, 1959, σ. 21.
[3] Τί πραγματικά συνέβη με το Κολάροβο; Στην επιστολή του Λ. Κορομηλά προς το Υπουργείο Εξωτερικών με ημερομηνία 24 Νοεμβρίου 1905 (ΑΥΕ 1905, ΑΑΚ/Β’, Προξενείο Θεσσαλονίκης, αρ. πρωτ. 843) δίνεται με μεγάλη λεπτομέρεια η εικόνα που επικρατεί στη Μακεδονία ως προς τους Έλληνες και Βούλγαρους ένοπλους αντάρτες ανά περιοχή. Στο τέλος της επιστολής σημειώνεται: «Η ενέργεια του σώματος Πετρίτσης υπήρξεν επιτυχής, διότι όχι μόνον συνεκράτησε τους έτοιμους να εκβουλγαρισθώσιν ημετέρους, αλλά και εξηφάνισε πολλά εξαρχικά χωριά ως το Κολάροβον, ζήτησαν να επανέλθη εις την Ορθοδοξίαν». Εννέα μήνες αργότερα, στις 26 Αυγούστου 1906, σε άλλη επιστολή του προς το Υπουργείο Εξωτερικών (AYE 1906, Προξενείο Θεσσαλονίκης, αρ. εμπ. πρωτ. 447), ο Λάμπρος Κορομηλάς αναφέρει: «Το παρά το Πετρίτσι χωρίον Κολάροβον προσήλθεν στην Ορθοδοξίαν. Άλλα πέντε χωρία της περιφερείας Μελενίκου πιθανόν να προσέλθωσι προσεχώς. Η επιτυχία εκεί θ’ αποβή πολύ μείζων, εάν κατορθώσωμεν να σώσωμεν τον Βούλγαρον βοεβόδαν Μπακάλτσην ή Μπακάλωφ, δηλώσαντα ότι προσέρχεται εις ημάς, εάν του χαρισθή η ζωή και ευρεθή πόρος τις, όπως επαρκή εις διατήρησίν του».
[4] Λαούρδας Β., Πέννας Π., "Σημειώσεις και οδηγίαι Δημοσθένους Φλωριά", στα Σερραϊκά Χρονικά, τομ. Δ', Αθήνα, 1963, σ. 103 & 124.
[5] Βλ. Αργυρόπουλος Περικλής Α., Ο Μακεδονικός Αγών (Απομνημονεύματα), εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη, 1957, σ. 61. Συγκεκριμένα σε επιστολή του προς τον Λ. Κορομηλά, ο Περικλής Αργυρόπουλος γράφει προς πληροφόρηση του πρώτου σχετικά με την Τοπόλνιτσα: «Ως προς την Τοπόλνιτσα, ιδού περί τίνος πρόκειται: το τσιφλίκι ανήκει εις την Δζουμαγιά Μπάλα, η οποία θέλει να το εκμεταλλευτεί μόνη της, για να τοποθετήση εκεί χωρικούς δικούς μας. Το Προξενείον Σερρών μου λέγει ότι θα πρέπει να διαθέσωμεν 30 λίρες δια τον σκοπόν αυτόν..
[6] Βλάχος Ιωάννης, "Ο Μακεδονικός Αγών εις την περιοχήν Μελενίκου (Εκθέσεις Μητροπολιτών Ειρηναίου και Αιμιλιανού)", στα Σερραϊκά Χρονικά, τομ. Η', Αθήνα, 1979, σ. 111. Το απόσπασμα που ακολουθεί αφορά την προσπάθεια δημιουργίας βλαχικής (ρουμανόφιλης) κοινότητας στη Κάτω Τζουμαγιά και την αντίδραση της Ελληνικής κοινότητας επί του θέματος: «Καίτοι δεν έχομεν αξιώσεις ότι γιγνώσκομεν επακριβώς τας των νόμων λεπτομερείας, νομίζομεν όμως, καθώς ακούομεν, ότι τότε μόνον θεωρείται ότι υφίσταται εν τινι συνοικισμώ φυλετική ή θρησκευτική κοινότης επισήμως αναγνωριζομένη, όταν συγκεντρωθώσιν 20-25 τουλάχιστον οικογένειαι πρεσβεύουσαι τα της φυλής ή θρησκεύματος εκείνου και δηλώσωσιν εαυτάς ως τοιαύτας τη Αρχή, αυτή δε δι’ επιτοπίου εξελέγξεως πεισθή περί της ακριβείας της δηλώσεως».
[7] Douglas Dakin, The Greek Struggle in Macedonia 1897-1913, Museum of The Macedonian Struggle. Institute For Balkan Studies, Thessaloniki, 1993, p. 251.
[8] «Πετρίτσιον: Η εργασία ημών εν Πετριτσίω διεξάγεται επίσης διά Τούρκων συντρεχόντων, και των πολιτοφυλάκων του Σταρτσόβου. Αρχηγός της εκεί εργασίας είναι ο εκ Γιουρουκλερί Οθωμανός Αβδουλάχ Τσαούς. Αρκετάς υπηρεσίας προσφέρει το σώμα τούτο εκεί». Βλ. Λαούρδας Β., Πέννας Π., "Σημειώσεις και οδηγίαι Δημοσθένους Φλωριά", στα Σερραϊκά Χρονικά, τομ. Δ', Αθήνα, 1963, σ. 103.
[9] Βλ. παραπάνω τη περίπτωση του Κολάροβο και ποιοι παράγοντες συντέλεσαν ώστε να ενταχθεί στο ελληνικό δίκτυο.
[10] Μπάκας Ιωάννης Θ., Ο ελληνισμός και η μητροπολιτική περιφέρεια Μελενοίκου 1850-1912, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 291.
[11] Το 1903 ήταν, η Μπογορόντιτσα και το Στάρτσοβο ήταν τα δύο πατριαρχικά χωριά στο καζά Πετριτσίου (Μπάκας, σ. 230, 247), ωστόσο η πρώτη χωρίζεται στα δύο μετά από την προχώρηση του ιερέα του χωριού στο σχίσμα (Λάιος Γ., σ. 230) κατά τον Λάιο το 1903 και κατά την εφημερίδα «Αλήθεια» 20.11.1908, έναν χρόνο αργότερα, που βγάζει νόημα, μιας που αναφέρεται η ύπαρξη Έλληνα δασκάλου στην αρχή εκείνης της χρονιάς. Το 1904 η Μπογορόντιτσα είχε ως Έλληνα δάσκαλο τον Νικόλαο Γιανκούλα, ενώ το Στάρτσοβο τον Αντώνιο Αυξεντιάδη και την Φωτεινή Αλατά (Μπάκας, σ. 148). Το 1908, οι οικογένειες της Μπογορόδιτσας που προσχώρησαν το 1904 στην Εξαρχία, επέστρεψαν στο Πατριαρχείο, αριθμώντας πλέον σε 120 πατριαρχικές οικογένειες.


Σχόλια

  1. Οι Πρόσφυγες εκ της πόλεως του Πετριτσίου δεν 65 άτομα. Ήταν τουλάχιστον 1.100.

    Αν έχετε και άλλα αρχεία για το Πετρίτσιον θα το εκτιμούσα αν τα δημοσιεύατε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Οι Ρομά του Νομού Σερρών

   Σύμφωνα με την παράδοση, οι Οθωμανοί μπέηδες των Σερρών έφεραν π ριν από πολλά χρόνια τους/τις προγόνους των με λών των ρομικών ομάδων από την Αίγυπτο , για να κ αλλιεργήσου ν τα τσιφλίκια το υς. Σ ύμφωνα με τα γραπτά τεκμήρια όμως, η παρουσία των Ρ ομ στην περιοχή των Σερρών καταγράφ εται στο δε ύτερο ήμισυ του 15 ου αιώνα και στο 16ο αιώνα, ενώ συγκεκριμένε ς μαρτυρίες φανερών ουν τη δράση τους κατ ά τη διάρκεια της δεύτερης περι όδου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (από το 17ο αιώνα και έ ντευθεν) . Την εν λόγω περίοδο, η σύνδεση της οικονομικής ζ ωής της Οθωμανικής Αυτοκρατ ορίας με αυτή των Δυτ ικοευρωπαϊκών χωρ ών προκάλεσε σημάντικές αλλ αγές στον τρόπο και στους ρυθμούς της αγροτικής παραγωγής, οι οποί ες προσ δίδουν μια ικανοποιητική ερμηνεία για την πρ οσπάθεια της Οθωμανικής δ ι οίκησης να οδηγήσει διάφ ορες ρομι κές ομάδες σε μόνιμη εγκατάστασ η σε διά φορες αγ ροτικές της περιοχές. Οι ιδιαίτ ερες συνθήκες κάτω από τις οποίες οι εξελίξεις αυτές συνδέονται με τη δράση

Οι Τσάμηδες και ο αλβανικός ανθελληνισμός

Η Ιστορία των Τσάμηδων    Μπορώ να πω ότι αυτό το θέμα σχετικά με την ιστορία Τσάμηδων όπως και η ιστορία των Σουλιωτών και Αλβανών ήταν από τα πιο περίπλοκα θέματα, διότι υπάρχουν πολλά ασαφή κενά και λανθασμένα κείμενα, ή και προπαγανδιστικά, σε αυτήν την ιστορία, τα οποία μπορούν να μας δημιουργήσουν λανθασμένες αντιλήψεις ανα πάσα στιγμή. Για παράδειγμα, όταν έψαξα για τους Τσάμηδες στην σειρά εγκυκλοπαιδειών Χάρη Πάτση (Βασική Εγκυκλοπαίδεια των Νέων, Νεώτατη έκδοση 1981-1982), τους ανέφερε ως αλβανικής καταγωγής. Συγκεκριμένα: Η περιοχή της Τσαμουριάς ΤΣΑΜΗΔΕΣ:  Κάτοικοι της Τσαμουριάς (Θεσπρωτίας), αλβανικής καταγωγής. Τσάμηδες ονομάσθηκαν κυρίως εκείνοι από τους κατοίκους που ασπάσθηκαν την μουσουλμανική θρησκεία (κατα τον 17ο και 18ο αιώνα), για να διατηρήσουν την περιουσία τους. Οι Μουσουλμάνοι Τσάμηδες, κατά την απογραφή του 1940 έφθαναν τις 18.000 μέσα σε 65.000 πληθυσμό του νομού Θεσπρωτίας, κατείχαν δε τις πιο εύμορφες περιοχές του νομού. Σήμερα δ